Αμπελ Τάσμαν: Η Ανακάλυψη της Ταζμανίας και της Νέας Ζηλανδίας

Στις αρχές του 17ου αιώνα, η Ολλανδική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών, αμέσως μετά την ίδρυση της, ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στον Ινδικό Ωκεανό, επιδιώκοντας να πλήξει το εμπορικό μονοπώλιο των Πορτογάλων και να εδραιώσει τη δική της παρουσία στη Νότια και τη Νοτιοανατολική Ασία. Ως τα μέσα περίπου του αιώνα, οι Ολλανδοί είχαν ήδη συγκροτήσει ένα εκτεταμένο εμπορικό δίκτυο που εκτεινόταν από την Ινδονησία έως την Ιαπωνία. Η επέκταση αυτή, ωστόσο, δεν ήταν ειρηνική. Οι Ολλανδοί ήρθαν συχνά σε σύγκρουση τόσο με ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές όσο και με τους τοπικούς πολιτισμούς των περιοχών όπου επιχειρούσαν να εδραιωθούν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αρχές της Εταιρίας αποφάσισαν να οργανώσουν μια νέα ναυτική αποστολή προς τις ανατολικές και νοτιότερες θάλασσες, με σκοπό τη διερεύνηση άγνωστων ακόμη περιοχών και την αναζήτηση νέων δυνατοτήτων εμπορικής εκμετάλλευσης. Η ηγεσία της αποστολής ανατέθηκε στον Άμπελ Τάσμαν.

Ο Άμπελ Τάσμαν γεννήθηκε περί το 1603 στο Λούτχεχαστ, κοντά στο Χρόνινγκεν. Από τη δεκαετία του 1630 είχε συνδεθεί με την υπηρεσία της Ολλανδικής Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών και είχε εγκατασταθεί στη Μπατάβια, τη σημερινή Τζακάρτα, που αποτελούσε το διοικητικό κέντρο των ολλανδικών κτήσεων στην Ασία. Στις 14 Αυγούστου 1642 αναχώρησε από τη Μπατάβια με τα πλοία Heemskerck και Zeehaen. Πρώτος σταθμός της αποστολής ήταν ο Μαυρίκιος, όπου τα πλοία ανεφοδιάστηκαν και προετοιμάστηκαν για το επόμενο, δυσκολότερο σκέλος του ταξιδιού. Από εκεί, ο Τάσμαν απέπλευσε στις 8 Οκτωβρίου 1642, εκμεταλλευόμενος τους ευνοϊκούς ανέμους για να κινηθεί προς τα νοτιοανατολικά.

Ύστερα από μια μακρά πλεύση σε μεγάλα νότια πλάτη, η αποστολή έφτασε στις 24 Νοεμβρίου 1642 σε μια άγνωστη για τους Ευρωπαίους γη. Τη νήσο που αργότερα ονομάστηκε Τασμανία προς τιμή του Τάσμαν. Ο ίδιος ο Τάσμαν την ονόμασε τότε Γη του Βαν Ντίμεν, προς τιμήν του κυβερνήτη των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών, Άντονι βαν Ντίμεν. Στη συνέχεια κινήθηκε προς τη νοτιοανατολική πλευρά του νησιού. Εκεί προσπάθησε να οδηγήσει τα πλοία του σε ασφαλέστερο αγκυροβόλιο, σε έναν κόλπο όμως που τον βρήκε κακοκαιρία. Το γεγονός αυτό συνδέθηκε με την σημερινή ονομασία του κόλπου Storm Bay. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 και 3 Δεκεμβρίου, κάποιοι άνδρες της αποστολής αποβιβάστηκαν για λίγο στη νοτιοανατολική ακτή, πραγματοποιώντας την πρώτη καταγεγραμμένη ευρωπαϊκή απόβαση στην Τασμανία.

Αφού ολοκλήρωσε την αναγνώριση εκείνων των ακτών, ο Τάσμαν συνέχισε να πλέει ανατολικά. Στις 13 Δεκεμβρίου 1642 αντίκρισε για πρώτη φορά τη Νέα Ζηλανδία, προσεγγίζοντας τις βορειοδυτικές ακτές της Νότιας Νήσου. Πιστεύοντας ότι ίσως επρόκειτο για γη συνδεόμενη με το γνωστό στους Ευρωπαίους Staten Landt της περιοχής της Νοτίου Αμερικής ή, γενικότερα, για τμήμα της υποθετικής νότιας ηπείρου, της έδωσε το όνομα Staten Landt. Όταν λίγες ημέρες αργότερα τα ολλανδικά πλοία προσέγγισαν την περιοχή του σημερινού Golden Bay, ξέσπασε σύγκρουση με τους ιθαγενείς Μαορί, κατά την οποία σκοτώθηκαν τέσσερις άνδρες της αποστολής. Μετά το επεισόδιο αυτό, ο Τάσμαν απέφυγε κάθε νέα απόπειρα αποβίβασης και συνέχισε την πορεία του προς βορρά κατά μήκος των ακτών. Χωρίς να αντιληφθεί ότι ανάμεσα στη Νότια και τη Βόρεια Νήσο υπήρχε πορθμός, θεώρησε πως επρόκειτο για ενιαία ακτογραμμή. Από το βόρειο άκρο της Νέας Ζηλανδίας έστρεψε προς τα βορειοανατολικά, φτάνοντας στην Τόνγκα και αργότερα στα Φίτζι, προτού επιστρέψει τελικά στη Μπατάβια στις 15 Ιουνίου 1643.

Το δεύτερο μεγάλο ταξίδι του Τάσμαν άρχισε στις 30 Ιανουαρίου 1644. Αυτή τη φορά σκοπός του ήταν να διευκρινίσει τη σχέση ανάμεσα στη Νέα Γουινέα και στη Νέα Ολλανδία όπως ονομαζόταν τότε το δυτικό κομμάτι της Αυστραλίας που είχε ανακαλυφθεί, καθώς και να εξετάσει αν υπήρχε θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσά τους. Κατά την πλεύση του κατά μήκος της νότιας ακτής της Νέας Γουινέας, δεν διέκρινε την ύπαρξη του Πορθμού του Τόρες και συνέχισε δυτικά, χαρτογραφώντας μεγάλο τμήμα της βόρειας ακτής της Αυστραλίας. Αν και το ταξίδι του προσέφερε σημαντικές γεωγραφικές γνώσεις, δεν απέφερε τις εμπορικές ευκαιρίες που προσδοκούσε η Ολλανδική Εταιρία. Για τον λόγο αυτό, οι αποστολές του θεωρήθηκαν από την Εταιρία απογοητευτικές ως προς το πρακτικό τους αποτέλεσμα, έστω κι αν από γεωγραφική άποψη υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές.

Έτσι, παρά τις ανακαλύψεις του Τάσμαν, οι Ολλανδοί δεν έδωσαν συνέχεια σε μια συστηματική εξερευνητική και αποικιακή πολιτική προς τις νότιες αυτές περιοχές. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, οι περιοχές αυτές θα επανέλθουν δυναμικά στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής εξερεύνησης με τα βρετανικά ταξίδια του Τζέιμς Κουκ, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μεταγενέστερη βρετανική αποικιακή επέκταση στον νότιο Ειρηνικό.

Αφήστε μια απάντηση