Ζιλ Ντιμόν ντ’ Ιρβίλ

Ο Σπουδαιότερος Γάλλος Θαλασσοπόρος

Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι μεγάλες ναυτικές αποστολές δεν είχαν μόνο στρατιωτικό ή εμπορικό χαρακτήρα. Ήταν ταυτόχρονα επιστημονικές επιχειρήσεις. Τα ευρωπαϊκά κράτη έστελναν πλοία στον Ειρηνικό και στις άγνωστες ακόμη περιοχές του Νότου για να χαρτογραφήσουν ακτές, να μελετήσουν λαούς, να συλλέξουν φυτά, ζώα, ορυκτά και γλωσσικά στοιχεία. Μέσα από αυτή την διαδικασία αναδείχθηκε ο σπουδαιότερος – κατά πολλούς – Γάλλος θαλασσοπόρος. Ο Ζιλ-Σεμπαστιέν-Σεζάρ Ντιμόν ντ’ Ιρβίλ.

Ο Ζιλ-Σεμπαστιέν-Σεζάρ Ντιμόν ντ’ Ιρβίλ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1790 στο Κοντέ σoυρ Νουαρό, μια μικρή πόλη της Κάτω Νορμανδίας, σε μια εποχή που η Γαλλική Επανάσταση είχε ήδη ανατρέψει το παλαιό καθεστώς, και η γενιά του Ντ’ Ιρβίλ θα μεγάλωνε μέσα στους πολέμους, τις ανατροπές και τις μεγάλες φιλοδοξίες της ναπολεόντειας εποχής. Το 1807 εισήχθη στη Ναυτική Σχολή της Βρέστης όπου δεν περιορίστηκε μόνο στην κλασική εκπαίδευση ενός αξιωματικού του ναυτικού. Παράλληλα με τη ναυτιλία, τη χαρτογραφία και την υδρογραφία, συνέχισε να μελετά βοτανολογία, εντομολογία και γλώσσες.  Γνώριζε λατινικά και αρχαία ελληνικά, ενώ μελέτησε και αρκετές ευρωπαϊκές και ανατολικές γλώσσες. 

Η πρώτη μεγάλη στιγμή που έκανε γνωστό το όνομά του δεν ήρθε από κάποιο ταξίδι στον Ειρηνικό, αλλά από το Αιγαίο. Το 1819 ο Ντ’ Ιρβίλ επιβιβάστηκε στο γαλλικό πλοίο Chevrette, το οποίο συμμετείχε σε υδρογραφικές έρευνες στην ανατολική Μεσόγειο. Η αποστολή είχε σκοπό να βελτιώσει τη χαρτογράφηση των ακτών του Αιγαίου. Τον Απρίλιο του 1820, ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Μήλο, ο Ντ’ Ιρβίλ πληροφορήθηκε ότι ένας ντόπιος αγρότης, ο Γεώργιος Κεντρωτάς, είχε ανακαλύψει τμήματα ενός αρχαίου μαρμάρινου αγάλματος. Στην ανακάλυψη είχε βρεθεί και ο Γάλλος ναύτης Olivier Voutier, ο οποίος κατάλαβε αμέσως ότι το εύρημα είχε ιδιαίτερη αξία. Το άγαλμα, που είχε βρεθεί στις 8 Απριλίου 1820, ήταν η περίφημη Αφροδίτη της Μήλου, ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνιστικής γλυπτικής. Ο Ντ’ Ιρβίλ, με την κλασική του παιδεία και το οξυμένο μάτι του συλλέκτη, αντιλήφθηκε γρήγορα τη σημασία του αγάλματος. Δεν είχε όμως τη δυνατότητα να το αποκτήσει ο ίδιος ούτε να το φορτώσει αυθαίρετα στο πλοίο. Το άγαλμα ήταν βαρύ, η κατάσταση γύρω από την ιδιοκτησία του ασαφής και η Μήλος βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κυριαρχία. Όταν το Chevrette έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, ο Ντ’ Ιρβίλ ενημέρωσε τον Γάλλο πρέσβη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τον μαρκήσιο de Rivière, για την ανακάλυψη. Ο πρέσβης πείστηκε για την αξία του ευρήματος και ανέθεσε στον κόμη de Marcellus, γραμματέα της πρεσβείας, να φροντίσει για την αγορά και τη μεταφορά του.

Στο μεταξύ είχαν εμφανιστεί και άλλοι ενδιαφερόμενοι, ανάμεσά τους και πρόσωπα συνδεδεμένα με το φαναριώτικο και οθωμανικό περιβάλλον. Ακολούθησαν πιέσεις, διαπραγματεύσεις και αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους ντόπιους, τους Οθωμανούς αξιωματούχους και τους Γάλλους. Τελικά το άγαλμα πέρασε στα χέρια της Γαλλίας. Ο μαρκήσιος de Rivière το πρόσφερε στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΗ΄, και από το 1821 η Αφροδίτη της Μήλου εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου. Για τον Ντ’ Ιρβίλ, η υπόθεση αυτή υπήρξε η πρώτη μεγάλη στιγμή αναγνώρισης. Το όνομά του συνδέθηκε με ένα από τα διασημότερα αρχαιολογικά ευρήματα του 19ου αιώνα.

Η πραγματική του όμως δόξα θα ερχόταν από τις θάλασσες του Ειρηνικού. Το 1822 συμμετείχε στην αποστολή του πλοίου La Coquille, υπό τη διοίκηση του Louis-Isidore Duperrey. Η αποστολή αναχώρησε από την Τουλόν τον Αύγουστο του 1822 και επέστρεψε στη Γαλλία το 1825, έχοντας πραγματοποιήσει τον περίπλου της Γης. Ο Ντ’ Ιρβίλ υπηρέτησε ως αξιωματικός, αλλά και ως επιστημονικός παρατηρητής. Στη διάρκεια του ταξιδιού συλλέχθηκαν φυτά, ζώα, έντομα, ορυκτά και εθνογραφικές πληροφορίες από περιοχές όπως οι Νήσοι Φόκλαντ, οι δυτικές ακτές της Νότιας Αμερικής, η Πολυνησία, η Νέα Ζηλανδία, η Νέα Γουινέα και η Αυστραλία. Το ταξίδι αυτό επιβεβαίωσε την αξία του Ντ’ Ιρβίλ ως ανθρώπου που συνδύαζε τη ναυτική ικανότητα με την επιστημονική παρατήρηση. Δεν ήταν απλώς ένας αξιωματικός που εκτελούσε διαταγές. Ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να ταξινομήσει, να κατανοήσει και να χαρτογραφήσει τον κόσμο. Μετά την επιστροφή του, παρουσίασε στο γαλλικό ναυτικό ένα σχέδιο για νέα εξερεύνηση του Ειρηνικού. Αυτή τη φορά θα ήταν ο ίδιος επικεφαλής. Το παλιό La Coquille μετονομάστηκε σε Astrolabe, προς τιμήν ενός από τα δύο πλοία του μεγάλου Γάλλου εξερευνητή Ζαν-Φρανσουά ντε Λα Περούζ, ο οποίος είχε χαθεί στον Ειρηνικό το 1788. Η επιλογή του ονόματος δεν ήταν τυχαία. Η νέα αποστολή θα είχε, ανάμεσα στους στόχους της, και την αναζήτηση ιχνών της χαμένης αποστολής του Λα Περούζ.

Ο Ντ’ Ιρβίλ απέπλευσε από την Τουλόν στις 22 Απριλίου 1826. Το ταξίδι κράτησε σχεδόν τρία χρόνια. Το Astrolabe έπλευσε προς την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τα νησιά του δυτικού Ειρηνικού. Στη Νέα Ζηλανδία ο Ντ’ Ιρβίλ πραγματοποίησε σημαντικές υδρογραφικές εργασίες, ιδιαίτερα στο βόρειο άκρο της Νότιας Νήσου, στην περιοχή του Πορθμού Κουκ. Εκεί βρίσκεται σήμερα το νησί Ντ’ Ιρβίλ, που φέρει το όνομά του. Στη συνέχεια η αποστολή κινήθηκε προς τα Φίτζι, τη Νέα Καληδονία, το Βανουάτου, τις Νήσους του Σολομώντα και τη Νέα Γουινέα. Η πιο συγκινητική στιγμή του ταξιδιού ήρθε στο Βανικόρο, στα νησιά Σάντα Κρουζ, που σήμερα ανήκουν στα Νησιά του Σολομώντα. Εκεί ο Ντ’ Ιρβίλ βρήκε συντρίμμια που συνδέονταν με τα πλοία του Λα Περούζ. Ο Άγγλος καπετάνιος Peter Dillon είχε ήδη εντοπίσει σημαντικά στοιχεία για την τύχη της αποστολής, αλλά ο Ντ’ Ιρβίλ επιβεβαίωσε επιτόπου την τραγωδία και ανήγειρε μνημείο στη μνήμη των χαμένων Γάλλων ναυτικών. Το Astrolabe επέστρεψε στην Τουλόν στις 25 Μαρτίου 1829. Ο απολογισμός ήταν εντυπωσιακός. Η αποστολή είχε αναθεωρήσει χάρτες, είχε συγκεντρώσει τεράστιο όγκο φυσιογνωστικού υλικού και είχε προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για τους λαούς, τις γλώσσες και τα νησιωτικά συμπλέγματα του Ειρηνικού. Ο Ντ’ Ιρβίλ συνέβαλε επίσης στη γεωγραφική και εθνογραφική ταξινόμηση της Ωκεανίας. Η διάκριση των νησιωτικών περιοχών σε Πολυνησία, Μικρονησία και Μελανησία συνδέθηκε με το έργο του και καθιερώθηκε στη μεταγενέστερη γεωγραφική ορολογία.

Μετά την επιστροφή του, ο Ντ’ Ιρβίλ προήχθη και απέκτησε ακόμη μεγαλύτερο κύρος. Το 1830, μετά την Ιουλιανή Επανάσταση στη Γαλλία, ανέλαβε μάλιστα να μεταφέρει τον έκπτωτο βασιλιά Κάρολο Ι΄ στην εξορία στην Αγγλία. Τα επόμενα χρόνια αφιερώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη συγγραφή και έκδοση των αναφορών των ταξιδιών του. Οι τόμοι αυτοί δεν ήταν απλώς ημερολόγια πλου. Ήταν επιστημονικά έργα με χάρτες, παρατηρήσεις, φυσιογνωστικές περιγραφές και εθνογραφικά στοιχεία. Παρά την κλονισμένη του υγεία, ο Ντ’ Ιρβίλ δεν είχε πάψει να σκέφτεται τη θάλασσα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 πρότεινε μια ακόμη μεγάλη εξερευνητική αποστολή. Αυτή τη φορά το ενδιαφέρον δεν θα περιοριζόταν στον Ειρηνικό. Η Γαλλία ήθελε να λάβει μέρος στον διεθνή ανταγωνισμό για την εξερεύνηση των νοτίων θαλασσών και της Ανταρκτικής. Οι Βρετανοί, οι Αμερικανοί και οι Γάλλοι έβλεπαν πλέον τον Νότο όχι μόνο ως γεωγραφικό μυστήριο, αλλά και ως πεδίο επιστημονικού και εθνικού γοήτρου. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος-Φίλιππος ενέκρινε την αποστολή. Ο Ντ’ Ιρβίλ θα έπρεπε να εξερευνήσει τον νότιο Ειρηνικό, να πραγματοποιήσει μαγνητικές και υδρογραφικές παρατηρήσεις και, εφόσον ήταν δυνατόν, να προσεγγίσει τον Νότιο Μαγνητικό Πόλο. Ένας ακόμη στόχος ήταν να φτάσει νοτιότερα από το όριο που είχε πετύχει ο Βρετανός James Weddell το 1823, δηλαδή περίπου στις 74°15΄ νότιου πλάτους.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1837 ο Ντ’ Ιρβίλ απέπλευσε ξανά από την Τουλόν, αυτή τη φορά με δύο πλοία: το Astrolabe και το Zélée. Το δεύτερο πλοίο διοικούσε ο Charles Hector Jacquinot. Η αποστολή διέπλευσε τον Ατλαντικό και έφτασε στον Πορθμό του Μαγγελάνου. Από εκεί ο Ντ’ Ιρβίλ επιχείρησε την πρώτη του κάθοδο προς τις παγωμένες θάλασσες του Νότου. Η προσπάθεια ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Τα πλοία δεν ήταν ειδικά κατασκευασμένα για να αντιμετωπίζουν πυκνό θαλάσσιο πάγο. Η ομίχλη, το ψύχος, οι καταιγίδες και οι πάγοι έκαναν την πορεία αργή και επικίνδυνη. Η αποστολή προσέγγισε περιοχές της Ανταρκτικής Χερσονήσου και χαρτογράφησε ή κατέγραψε γαίες όπως η Joinville Island και η Louis Philippe Land. Όμως οι συνθήκες στα πλοία επιδεινώνονταν. Πολλά μέλη των πληρωμάτων υπέφεραν από σκορβούτο και εξάντληση. Ο Ντ’ Ιρβίλ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προσωρινά την προσπάθεια και να στραφεί βόρεια, προς τις ακτές της Χιλής, ώστε να αναρρώσουν οι άνδρες του.

Από τη Χιλή η αποστολή διέπλευσε τον Ειρηνικό, επισκεπτόμενη περιοχές όπως η Ταϊτή, η Τόνγκα, η Σαμόα, τα Φίτζι, η Νέα Γουινέα και η Νέα Ζηλανδία. Τελικά έφτασε στην Τασμανία, και συγκεκριμένα στο Χόμπαρτ, που θα γινόταν η βάση για τη δεύτερη και πιο επιτυχημένη προσπάθεια προσέγγισης της Ανταρκτικής.

Τον Ιανουάριο του 1840 το Astrolabe και το Zélée έπλευσαν και πάλι νότια. Αυτή τη φορά η αποστολή κινήθηκε στον τομέα νότια της Αυστραλίας. Στις 20 Ιανουαρίου 1840 οι Γάλλοι αντίκρισαν την ακτή της Ανταρκτικής. Ο Ντ’ Ιρβίλ έδωσε στην περιοχή το όνομα Γη της Αδελίας, προς τιμήν της συζύγου του, Adèle. Η ονομασία αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα και αποτελεί τη βάση της γαλλικής παρουσίας στην Ανταρκτική.

Στις 22 Ιανουαρίου 1840 μια μικρή ομάδα αποβιβάστηκε σε έναν βραχώδη σχηματισμό των νησιών Dumoulin, κοντά στην ακτή της Γης της Αδελίας. Εκεί ύψωσαν τη γαλλική σημαία και συνέλεξαν δείγματα πετρωμάτων, φυκών και άλλου φυσικού υλικού. Η αποβίβαση αυτή υπήρξε μία από τις πρώτες τεκμηριωμένες αποβιβάσεις στην περιοχή της Ανταρκτικής και είχε μεγάλη συμβολική σημασία για τη Γαλλία. Ωστόσο, πρέπει να διακρίνεται από την αμφισβητούμενη ιστορία της πρώτης αποβίβασης στην ίδια την ηπειρωτική Ανταρκτική, διότι οι Γάλλοι αποβιβάστηκαν σε βραχώδη νησίδα κοντά στην ακτή. Η αποστολή συνέχισε για λίγο ακόμη τις παρατηρήσεις της, αλλά οι συνθήκες παρέμεναν επικίνδυνες. Τα πλοία κινδύνευαν από τους πάγους και τα πληρώματα είχαν ήδη δοκιμαστεί σκληρά. Ο Ντ’ Ιρβίλ δεν κατάφερε να φτάσει στον Νότιο Μαγνητικό Πόλο, ούτε να ξεπεράσει αποφασιστικά το ρεκόρ του Weddell. Κατάφερε όμως να προσφέρει σημαντικές γεωγραφικές, υδρογραφικές και μαγνητικές παρατηρήσεις, να κατοχυρώσει τη γαλλική παρουσία στη Γη της Αδελίας και να προσθέσει ένα ακόμη κεφάλαιο στην πρώιμη ιστορία της εξερεύνησης της Ανταρκτικής.

Μετά την αποχώρηση από τις παγωμένες θάλασσες, η αποστολή συνέχισε το ταξίδι της μέσω του Ινδικού Ωκεανού και του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Στις 6 Νοεμβρίου 1840 ο Ντ’ Ιρβίλ επέστρεψε στη Γαλλία, έχοντας πραγματοποιήσει για τρίτη φορά τον περίπλου της Γης. Ήταν πλέον ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους θαλασσοπόρους του 19ου αιώνα. Είχε συμβάλει στη χαρτογράφηση του Ειρηνικού, στην ταξινόμηση της Ωκεανίας, στην αναζήτηση του Λα Περούζ και στην εξερεύνηση της Ανταρκτικής. Η επιστροφή του σηματοδότησε το τέλος της προσωπικής του εξερευνητικής πορείας, όχι όμως και το τέλος της γαλλικής ναυτικής παρουσίας στον κόσμο, καθώς η Γαλλία θα συνέχιζε να έχει αποικιακές και επιστημονικές φιλοδοξίες.

Ο Ντ’ Ιρβίλ δεν έζησε πολύ μετά την τελευταία του επιστροφή. Στις 8 Μαΐου 1842 σκοτώθηκε μαζί με τη σύζυγό του και τον γιο τους σε ένα από τα πρώτα μεγάλα σιδηροδρομικά δυστυχήματα της Γαλλίας, κοντά στο Μεντόν, στη γραμμή από τις Βερσαλλίες προς το Παρίσι. Έτσι, τραγικά και άδοξα, τελείωσε η ζωή ενός μεγάλου θαλασσοπόρου.

Απάντηση

Discover more from GREAT NAVIGATOR

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading