
Στις αρχές του 16ου αιώνα, οι γεωγραφικές ανακαλύψεις των Πορτογάλων και των Ισπανών διαδέχονταν η μία την άλλη, ενισχύοντας ολοένα και περισσότερο τη θέση των δύο ιβηρικών δυνάμεων στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ανταγωνισμό. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την ανάγκη και σε άλλες ευρωπαϊκές μοναρχίες να αναζητήσουν δικούς τους υπερπόντιους δρόμους, νέες εμπορικές ευκαιρίες και πιθανές κτήσεις. Μία από αυτές ήταν και η Γαλλία.
Τον Σεπτέμβριο του 1522, ο Χουάν Σεμπαστιάν Ελκάνο επέστρεψε στην Ισπανία με το πλοίο Victoria, το μοναδικό πλοίο της αποστολής του Μαγγελάνου που ολοκλήρωσε τον πρώτο περίπλου της Γης. Στο ταξίδι αυτό είχε ανακαλυφθεί το θαλάσσιο πέρασμα από τον Ατλαντικό προς τον Ειρηνικό, νότια της αμερικανικής ηπείρου, ανοίγοντας για τους Ισπανούς μια δυτική διαδρομή προς τα Νησιά των Μπαχαρικών. Μπροστά στην προοπτική μιας σχεδόν ιβηρικής κυριαρχίας στο υπερπόντιο εμπόριο, Γάλλοι έμποροι και κύκλοι της αυλής ενθάρρυναν τον βασιλιά Φραγκίσκο Α΄ να υποστηρίξει μια αποστολή αναζήτησης νέων εμπορικών δρόμων. Η αποστολή αυτλη ανατέθηκε στον Φλωρεντινό θαλασσοπόρο Τζιοβάνι ντα Βερατσάνο, ο οποίος υπηρετούσε τη Γαλλία. Στόχος του ήταν να εξερευνήσει τις βόρειες ακτές του Νέου Κόσμου και να αναζητήσει ένα πιθανό θαλάσσιο πέρασμα προς την Ασία.
Στα τέλη του 1523, ο Βερατσάνο ξεκίνησε από τη Διέππη με τέσσερα πλοία. Η αποστολή όμως χτυπήθηκε από κακοκαιρία και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη Βρετάνη με δύο μόνο πλοία, το Normanda και το Dauphine. Έπειτα από επισκευές και αλλαγές στο αρχικό σχέδιο, το υπερατλαντικό ταξίδι συνεχίστηκε τελικά με ένα μόνο πλοίο, τη Dauphine. Στις 17 Ιανουαρίου 1524, ο Βερατσάνο απέπλευσε με ένα πλήρωμα περίπου πενήντα ανδρών, κατευθυνόμενος προς τις άγνωστες ακτές της Βόρειας Αμερικής. Τον Μάρτιο του 1524 έφτασε στις ακτές της σημερινής Βόρειας Καρολίνας, πιθανότατα κοντά στο Cape Fear ή στην περιοχή των Outer Banks. Από εκεί άρχισε να πλέει βόρεια, εξερευνώντας ένα μεγάλο τμήμα της ανατολικής ακτής της Βόρειας Αμερικής. Στις 17 Απριλίου 1524 εισήλθε στον κόλπο της σημερινής Νέας Υόρκης. Παρατήρησε τα στενά, τον Κάτω και τον Άνω Κόλπο και πιθανότατα την εκβολή του ποταμού Χάντσον, χωρίς όμως να τον εξερευνήσει.
Στη συνέχεια συνέχισε προς το Λονγκ Άιλαντ και τον κόλπο Ναραγκάνσετ, στη σημερινή περιοχή του Ρόουντ Άιλαντ, όπου παρέμεινε περίπου δύο εβδομάδες. Έπειτα πέρασε από την περιοχή του Κέιπ Κοντ, έπλευσε προς τις ακτές του σημερινού Μέιν, της Νέας Σκοτίας και της Νέας Γης, πριν επιστρέψει στη Γαλλία. Στις 8 Ιουλίου 1524 έφτασε στη Διέππη, έχοντας εξερευνήσει και περιγράψει ένα τεράστιο τμήμα της βορειοαμερικανικής ακτογραμμής. Ο Βερατσάνο δεν βρήκε το πέρασμα προς την Ασία που αναζητούσε. Παρ’ όλα αυτά, το ταξίδι του υπήρξε εξαιρετικά σημαντικό, καθώς πρόσφερε στη Γαλλία την πρώτη μεγάλη περιγραφή των ανατολικών ακτών της Βόρειας Αμερικής και άνοιξε τον δρόμο για τις μετέπειτα γαλλικές διεκδικήσεις στον Νέο Κόσμο.

Το 1527 πραγματοποίησε μια νέα αποστολή προς τις ακτές της Βραζιλίας. Αν και η περιοχή ανήκε στη σφαίρα της πορτογαλικής κυριαρχίας, η περιορισμένη παρουσία των Πορτογάλων άφηνε περιθώριο σε γαλλικά πλοία να καταπλέουν στις ακτές της και να φορτώνουν πολύτιμο brazilwood, ξύλο που χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή κόκκινης βαφής. Το 1528, ο Βερατσάνο ξεκίνησε το τελευταίο του ταξίδι προς την αμερικανική ήπειρο. Αυτή τη φορά κατευθύνθηκε προς τη Φλόριντα, τις Μπαχάμες και τις Μικρές Αντίλλες, αναζητώντας και πάλι ένα πιθανό πέρασμα προς την Ασία. Σε κάποιο νησί των Μικρών Αντιλλών, πιθανότατα κοντά στη Γουαδελούπη, αποβιβάστηκε με μια ομάδα ανδρών. Εκεί δέχθηκε επίθεση από τους ιθαγενελις Καρίβους. Σύμφωνα με τις πηγές, αιχμαλωτίστηκε, σκοτώθηκε και το σώμα του καταναλώθηκε μπροστά στα μάτια μελών του πληρώματός του, που δεν μπορούσαν να επέμβουν από τα αγκυροβολημένα πλοία.
Παρά τη σημασία των εξερευνήσεων του, ο Βερατσάνο δεν απέκτησε φήμη ανάλογη με άλλους θαλασσοπόρους της εποχής. Οι ανακαλύψεις του επισκιάστηκαν από τον πρόσφατο περίπλου της Γης και από τις ισπανικές κατακτήσεις στην Κεντρική και Νότια Αμερική. Αν και ήταν ο πρώτος γνωστός Ευρωπαίος που εισήλθε στον κόλπο της σημερινής Νέας Υόρκης το 1524, η ευρωπαϊκή αποίκηση της περιοχής άρχισε πολύ αργότερα, μετά το ταξίδι του Χένρι Χάντσον το 1609 και την ολλανδική εγκατάσταση.
Η μνήμη του αποκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη τον 20ό αιώνα. Το 1909 αφιερώθηκε μνημείο προς τιμήν του στο Battery Park του Μανχάταν, ενώ το 1964 το όνομά του δόθηκε στη γέφυρα Verrazzano–Narrows, που ενώνει το Στάτεν Άιλαντ με το Μπρούκλιν. Όταν εγκαινιάστηκε, ήταν η μεγαλύτερη κρεμαστή γέφυρα στον κόσμο.
