
Τον 18ο αιώνα, καθώς οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις επεκτείνονταν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, μια νέα περιοχή άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον εμπόρων, εξερευνητών και αυτοκρατοριών: οι παγωμένες θάλασσες του βόρειου Ειρηνικού και οι ακτές της Αλάσκας. Εκεί, μέσα σε έναν κόσμο από θυελλώδεις ωκεανούς, αχαρτογράφητα νησιά και απομονωμένους αυτόχθονες πληθυσμούς, γεννήθηκε αυτό που αργότερα ονομάστηκε Ρωσική Αμερική. Ανάμεσα στους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτή τη ρωσική επέκταση υπήρχε και ένας Έλληνας, ο Ευστράτιος Ντελάρωφ, μια σχεδόν λησμονημένη μορφή της ελληνικής διασποράς, η οποία κατάφερε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της ρωσικής παρουσίας στην Αλάσκα.
Η ρωσική πορεία προς την Αλάσκα ξεκίνησε ουσιαστικά μέσα από τη σταδιακή κατάκτηση και εξερεύνηση της Σιβηρίας. Από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, Ρώσοι κυνηγοί, έμποροι και Κοζάκοι προχωρούσαν ολοένα και ανατολικότερα, διασχίζοντας τη βόρεια Ασία μέχρι να φτάσουν στις ακτές του Ειρηνικού Ωκεανού. Το μεγάλο κίνητρο αυτής της επέκτασης ήταν το εμπόριο γούνας. Οι γούνες της Σιβηρίας και του βόρειου Ειρηνικού είχαν τεράστια αξία στις αγορές της Ευρώπης και της Κίνας. Ιδιαίτερα πολύτιμη θεωρούνταν η γούνα της θαλάσσιας ενυδρίδας, ενός ζώου που ζούσε στα ψυχρά νερά της Αλάσκας και των Αλεούτιων Νήσων.
Το 1741, οι αποστολές του Vitus Bering και του Aleksei Chirikov οδήγησαν στην πρώτη τεκμηριωμένη ρωσική εξερεύνηση των ακτών της Αλάσκας. Οι αναφορές για τις εξαιρετικά πολύτιμες γούνες της περιοχής προκάλεσαν αμέσως κύμα ενδιαφέροντος από Ρώσους εμπόρους και κυνηγούς. Μέσα σε λίγα χρόνια, μικρές ρωσικές εμπορικές ομάδες άρχισαν να δραστηριοποιούνται στις Αλεούτιες Νήσους, δημιουργώντας προσωρινούς κυνηγετικούς σταθμούς και εμπορικά φυλάκια. Οι Ρώσοι που έφταναν στις Αλεούτιες Νήσους ήταν κυρίως ιδιώτες γουνέμποροι οι οποίοι αναζητούσαν γρήγορο κέρδος μέσα από το κυνήγι της θαλάσσιας ενυδρίδας. Οι αυτόχθονες πληθυσμοί της περιοχής, ιδιαίτερα οι Αλεούτιοι, γνώριζαν άριστα τις τεχνικές κυνηγιού. Οι Ρώσοι σύντομα άρχισαν να τους εξαναγκάζουν να κυνηγούν για λογαριασμό τους, πολλές φορές κρατώντας μέλη των οικογενειών τους ως ομήρους μέχρι να παραδοθούν οι απαιτούμενες ποσότητες γούνας. Η κατάσταση αυτή οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις.
Το 1762, Αλεούτιοι εξεγέρθηκαν εναντίον των Ρώσων στην περιοχή της Ουναλάσκα, καταστρέφοντας ρωσικούς σταθμούς και πλοία και σκοτώνοντας μεγάλο αριθμό Ρώσων κυνηγών και εμπόρων. Δύο χρόνια αργότερα, το 1764, έφτασε στην περιοχή ο Ρώσος πλοίαρχος Ιβάν Μαξίμοβιτς Σολόβιεφ με το πλοίο Πιοτρ ι Πάβελ (Πέτρος και Παύλος), προκειμένου να αποκαταστήσει τη ρωσική παρουσία. Οι επιχειρήσεις καταστολής που ακολούθησαν υπήρξαν ιδιαίτερα σκληρές και προκάλεσαν βαρύτατες απώλειες στους Αλεούτιους. Ανάμεσα στα μέλη του πληρώματος εκείνης της αποστολής βρισκόταν και ένας Έλληνας. Ο Ευστράτιος Ντελάρωφ.

Η ακριβής γενέτειρα του Ευστρατίου Ντελάρωφ παραμένει άγνωστη. Πιθανότατα γεννήθηκε γύρω στο 1740 σε κάποια ελληνική κοινότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στη Νίζιν, πόλη της σημερινής Ουκρανίας, η οποία τότε ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία και διέθετε σημαντική ελληνική παροικία. Πώς ακριβώς βρέθηκε από εκεί στη μακρινή Καμτσάτκα δεν είναι γνωστό. Πιθανότατα παρασύρθηκε από τις εμπορικές ευκαιρίες που δημιουργούσε το γουνεμπόριο στον βόρειο Ειρηνικό. Η πρώτη γνωστή συμμετοχή του σε αποστολή προς την Αλάσκα καταγράφεται το 1764, στο ταξίδι του Σολόβιεφ.
Ο Ντελάρωφ παρέμεινε για χρόνια στις ρωσικές επιχειρήσεις του βόρειου Ειρηνικού. Μέσα από το εμπόριο γούνας και τις συνεχείς θαλάσσιες αποστολές απέκτησε εμπειρία, κύρος και οικονομική δύναμη. Σταδιακά εξελίχθηκε σε πλοίαρχο και συνεργάτη μεγάλων γουνεμπορικών εταιρειών. Χρησιμοποιούσε ως βάση επιχειρήσεων έναν όρμο στο νησί Ούνγκα, κοντά στη Χερσόνησο της Αλάσκας. Ο όρμος έγινε γνωστός στους Ρώσους ως «Όρμος Ντελάρωφ», ονομασία που διατηρείται ακόμη και σήμερα ως Delarof Harbor. Κατά τη διάρκεια των εξερευνήσεων του έφτασε μέχρι τον Κόλπο του Πρίγκιπα Ουίλιαμ, όπου ήρθε σε επαφή με αυτόχθονες πληθυσμούς που πραγματοποιούσαν εμπόριο γούνας ανταλλάσσοντας δέρματα θαλάσσιας ενυδρίδας με χάντρες, μεταλλικά αντικείμενα και άλλα ευρωπαϊκά προϊόντα. Εκεί, οι ιθαγενείς τού ανέφεραν ότι λίγο νωρίτερα είχαν περάσει από την περιοχή δύο ξένα πλοία. Το Resolution και το Discovery του James Cook.
Καθώς οι ρωσικές δραστηριότητες στην Αλάσκα επεκτείνονταν, άρχισαν να δημιουργούνται μεγαλύτερες εμπορικές εταιρείες που επιχειρούσαν να οργανώσουν συστηματικά το γουνεμπόριο. Σημαντικότερη από αυτές ήταν η εταιρεία Σελίκοφ – Γκολίκοφ, που ιδρύθηκε το 1782 από τον Γκριγκόρι Σελίκοφ και τον Ιβάν Γκολίκοφ. Ο Σελίκοφ πραγματοποίησε το 1783 μια μεγάλη αποστολή προς το Νησί Κόντιακ, όπου ίδρυσε έναν εμπορικό σταθμό στον Κόλπο των Τριών Αγίων. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ντελάρωφ ορίστηκε γενικός διαχειριστής των εγκαταστάσεων της εταιρείας στην περιοχή. Από το 1787 έως το 1791 διοίκησε ουσιαστικά τις επιχειρήσεις της εταιρείας στην Αλάσκα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του ίδρυσε νέα φυλάκια, επέκτεινε τα εμπορικά δίκτυα, και ενίσχυσε τη ρωσική παρουσία στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές. Ένας από τους σταθμούς που δημιούργησε ήταν η Αλεξαντρόβσκαγια, κοντά στη σημερινή Σελντόβια.

Στα τέλη του 18ου αιώνα, οι Ρώσοι δεν ήταν οι μόνοι που ενδιαφέρονταν για τον βόρειο Ειρηνικό. Οι Ισπανική Αυτοκρατορία, οι Βρετανική Αυτοκρατορία και αργότερα οι Αμερικανοί άρχισαν επίσης να διεκδικούν επιρροή στην περιοχή. Το 1788, οι Ισπανοί έστειλαν τον Γκονθάλο Λόπεθ δε Άρο προς την Αλάσκα για να διαπιστώσει μέχρι πού είχε επεκταθεί η ρωσική παρουσία. Ο Άρο συναντήθηκε με τον Ντελάρωφ στο Κόντιακ. Σύμφωνα με τις ισπανικές αναφορές, ο Ντελάρωφ τού παρουσίασε χάρτες των ρωσικών σταθμών και άφησε να εννοηθεί ότι οι Ρώσοι ενδιαφέρονταν ακόμη και για το Nootka Sound στη δυτική ακτή του σημερινού Καναδά. Η περιοχή είχε ήδη γίνει πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ισπανών και Βρετανών λόγω του εμπορίου γούνας. Η λεγόμενη «Κρίση του Νούτκα» λίγο έλειψε να οδηγήσει σε πόλεμο μεταξύ των δύο δυνάμεων.
Με τον χρόνο, οι διάσπαρτες ρωσικές εμπορικές επιχειρήσεις ενώθηκαν. Το 1799, ο Τσάρος Πάυλος ο Πρώτος παραχώρησε στη Ρωσοαμερικάνικη Εταιρία το μονοπώλιο του εμπορίου και της αποικιακής δραστηριότητας στη Ρωσική Αμερική. Η εταιρεία αυτή λειτούργησε ουσιαστικά ως κρατική αποικιακή δύναμη της Ρωσίας στον βόρειο Ειρηνικό. Ο Ντελάρωφ έγινε μέτοχος και μέλος της διοίκησης της, μετακομίζοντας στην Αγία Πετρούπολη. Παρέμεινε ενεργός στη διοίκηση μέχρι τον θάνατο του το 1806. Παρά τη σημαντική του θέση στη ρωσική επέκταση προς την Αλάσκα, ο Ευστράτιος Ντελάρωφ παρέμεινε σχεδόν άγνωστος τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ελλάδα. Δεν έχει διασωθεί καμία προσωπογραφία του, ενώ το όνομα του εμφανίζεται κυρίως σε ρωσικά αρχεία, χάρτες και αναφορές εξερευνητών. Το 1836, ο Fyodor Litke τίμησε τη μνήμη του δίνοντας το όνομά του στις Νήσους Ντελάρωφ, ονομασία που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Κατά τον 19ο αιώνα, η Ρωσική Αμερική άρχισε να παρακμάζει. Η υπερβολική θήρα μείωσε δραματικά τους πληθυσμούς της θαλάσσιας ενυδρίδας, περιορίζοντας τα κέρδη του γουνεμπορίου. Παράλληλα, η Ρωσία αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και φοβόταν ότι σε περίπτωση πολέμου η απομονωμένη Αλάσκα θα καταλαμβανόταν εύκολα από τους Βρετανούς. Τελικά, το 1867, η Ρωσία πούλησε την Αλάσκα στις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων. Έτσι έκλεισε οριστικά το κεφάλαιο της Ρωσικής Αμερικής, μιας αποικιακής περιπέτειας στην οποία συμμετείχε ενεργά και ένας σχεδόν λησμονημένος Έλληνας της διασποράς. Ο Ευστράτιος Ντελάρωφ.
*Η απεικόνιση του Ευστράτειου Ντελάρωφ είναι φανταστική καθώς δεν έχει διασωθεί κανένα στοιχείο με τα φυσικά χαρακτηριστικά του.