
Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Μωάμεθ, το 661 μ.Χ., ιδρύθηκε το Χαλιφάτο των Ομαγιαδών με έδρα τη Δαμασκό. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η κυριαρχία του επεκτάθηκε σταδιακά σε ολόκληρη σχεδόν τη Βόρεια Αφρική, έως και τις ακτές του σημερινού Μαρόκου, ενσωματώνοντας στον ισλαμικό κόσμο μεγάλους βερβερικούς πληθυσμούς. Τους πληθυσμούς αυτούς οι μεσαιωνικές χριστιανικές πηγές τους ανέφεραν συχνά «moros» ή «mouros» από το λατινικό «Maurus» όρο που αρχικά δήλωνε τους Μαυρούσιους της βορειοδυτικής Αφρικής και συνδέθηκε ετυμολογικά με το ελληνικό Μαῦρος, που σημαίνει «σκοτεινός».
Το 711, μουσουλμανικά στρατεύματα από τη Βόρεια Αφρική πέρασαν τον Πορθμό του Γιβραλτάρ και άρχισαν την κατάκτηση μεγάλου μέρους της Ιβηρικής Χερσονήσου. Η περιοχή που βρέθηκε υπό μουσουλμανική κυριαρχία έμεινε γνωστή ως αλ Ανδαλούς (al-Andalus). Η κυριαρχία αυτή, σταδιακά, θα αρχίσει να περιορίζεται τους επόμενους αιώνες με την λεγώμενη «ανακατάκτηση» των χριστιανικών βασιλείων της Ιβηρικής, μέχρι που το 1492 θα πάψει οριστικά με την πτώση του Εμιράτου της Γρανάδας από τους Ισπανούς. Καθώς λοιπόν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είχαν φτάσει μέχρι τις ακτές του Ατλαντικού γεννήθηκε και η περιέργεια για τον απέραντο και άγνωστο ωκεανό που απλωνόταν δυτικά. Η περιέργεια αυτή ώθησε ορισμένους θαλασσοπόρους της αλ Ανδαλούς και του Μαγκρέμπ να πλεύσουν δυτικά και να τον εξερευνήσουν.
Ο Άραβας ιστορικός και γεωγράφος αλ-Μασουντί, μία από τις σπουδαιότερες μορφές της αραβικής ιστοριογραφίας, αναφέρεται σε έναν θαλασσοπόρο από την αλ Ανδαλούς, τον Χασχάς Ιμπν Σαΐντ Ιμπν Ασουάντ, ο οποίος, σύμφωνα με την αφήγηση του, απέπλευσε το 889 προς τον «Ωκεανό της Ομίχλης». Όταν επέστρεψε, λέγεται πως έφερε μαζί του πλούτη και θησαυρούς. Η αφήγηση αυτή αν και γοητευτική, είναι εξαιρετικά φειδωλή σε λεπτομέρειες. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πόσο διήρκεσε το ταξίδι, ποια πορεία ακολούθησε, ούτε αν έφτασε πράγματι σε κάποια μακρινή χώρα. Γι’ αυτό και η ιστορία του δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη υπερατλαντικής ανακάλυψης, αλλά μόνον ένδειξη ότι ήδη τον 10ο αιώνα κυκλοφορούσαν στον μουσουλμανικό κόσμο αφηγήσεις για τολμηρά ταξίδια στον Ατλαντικό.
Το λιμάνι από το οποίο φέρεται να απέπλευσε συνδέεται συχνά από μεταγενέστερους συγγραφείς με την περιοχή του Πάλος δε λα Φροντέρα, απ’ όπου αιώνες αργότερα θα αναχωρήσει και ο Χριστόφορος Κολόμβος. Από αυτή τη σύνδεση θα μπορούσαν να δημιουργηθούν θεωρίες πως η επιλογή του συγκεκριμένου λιμανιού από τον Κολόμβο για να αρχίσει το ταξίδι του, μόνο τυχαία δεν ήταν, και πως κάτι ήξερε από τους μουσουλμάνους γεωγράφους που οι χριστιανοί δεν ήξεραν. Αυτό βέβαια δεν ευσταθεί. Το Πάλος δε λα Φροντέρα αποτελούσε ήδη μία από τις κατάλληλες ναυτικές βάσεις της δυτικής Ανδαλουσίας και μπορούσε να προσφέρει πλοία και έμπειρα πληρώματα στην αποστολή. Άλλωστε, αν είχε γίνει μια πρώιμη ανακάλυψη της Αμερικής από τους μουσουλμάνους, ένα τέτοιο γεγονός δύσκολα θα παρέμενε κρυφό για έξι αιώνες μέχρι να φτάσει στα αυτιά του Κολόμβου.
Παρόμοια είναι και η περίπτωση του Ιμπν Φαρούχ, για τον οποίο μεταγενέστερες παραδόσεις αναφέρουν ότι το 999 έπλευσε προς τα νοτιοδυτικά και έφτασε στις Καναρίους Νήσους. Η αφήγηση αυτή είναι σαφώς πιο συγκεκριμένη ως προς τα γεωγραφικά δεδομένα, και δεν φέρει υπόνοια για υπερατλαντικές ακτές. Το σημαντικό εδώ όμως δεν είναι η υπόθεση μιας άφιξης στην Αμερική, αλλά το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι ναυτικοί της δυτικής Μεσογείου είχαν ήδη αρχίσει να μετατρέπουν τον Ατλαντικό από χώρο θρύλων σε χώρο εμπειρίας, έστω και περιορισμένης.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι μαρτυρίες του μεγάλου γεωγράφου αλ-Ιντρίσι, ο οποίος έζησε τον 12ο αιώνα και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες γεωγραφικής γνώσης του μεσαιωνικού κόσμου. Στο έργο του, ο Ατλαντικός παρουσιάζεται ως μία θάλασσα φοβερή και αβέβαιη. Μία υδάτινη αχανής έκταση, ομιχλώδης, επικίνδυνη, γεμάτη ισχυρά κύματα, καταιγίδες και μυστηριώδη νησιά. Μια τέτοια περιγραφή δεν αποτυπώνει απλώς γεωγραφική άγνοια. Αντανακλά και τον τρόπο με τον οποίο οι ναυτικοί της εποχής αντιλαμβάνονταν έναν ωκεανό πολύ διαφορετικό από τη γνώριμη λεκάνη της Μεσογείου.
Ο αλ-Ιντρίσι διασώζει επίσης την ιστορία μιας ομάδας θαλασσοπόρων από τη Λισαβόνα, γνωστών ως αλ Μουγκχαραρίν (al-Mugharrarīn), δηλαδή «οι ριψοκίνδυνοι» ή «οι τολμηροί», οι οποίοι αποφάσισαν να ανοιχτούν στον άγνωστο ωκεανό για να διαπιστώσουν τι υπήρχε πέρα από αυτόν. Σύμφωνα με την αφήγηση, έφτασαν σε μια περιοχή της θάλασσας καλυμμένη από φύκια, κατόπιν σε ένα νησί γεμάτο πρόβατα, και αργότερα σε άλλο νησί, όπου ήρθαν σε επαφή με κατοίκους που τελικά τους οδήγησαν πίσω προς τις ακτές της Αφρικής. Η αφήγηση αυτή έχει προκαλέσει κατά καιρούς πολλές εικασίες. Μία από αυτές είναι πως έφτασαν έως τον δυτικό Ατλαντικό, ίσως στις Αζόρες. Όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει αναγκαστικά από το ίδιο το κείμενο. Οι Αζόρες όταν ανακαλύφθηκαν τον 15ο αιώνα από τους πορτογάλους ήταν ακατοίκητες και δεν έχει βρεθεί ίχνος ανθρώπινης παρουσίας πριν την άφιξη τους.
Πιο πιθανό είναι ότι η διήγηση αντανακλά εμπειρίες σχετικές με τα Κανάρια νησιά και, γενικότερα, με τον ατλαντικό χώρο ανοιχτά του Μαρόκου. Η περιοχή της θάλασσας με τα φύκια έχει συσχετιστεί από νεότερους μελετητές με θαλάσσιες ζώνες όπου επιπλέουν μεγάλες ποσότητες φυκιών, αλλά η ταύτιση αυτή παραμένει ερμηνευτική και όχι βέβαιη. Το ίδιο ισχύει και για την προσπάθεια να ταυτιστούν τα δύο νησιά της αφήγησης με συγκεκριμένα νησιά των Καναρίων. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι το επεισόδιο αυτό ανήκει σε ένα σύνολο μεσαιωνικών ισλαμικών παραδόσεων που φανερώνουν την ύπαρξη ταξιδιών στον Ατλαντικό, όχι όμως και τη σαφή γνώση μιας άλλης ηπείρου πέρα από αυτόν.
Κατά καιρούς, αυτές οι αφηγήσεις χρησιμοποιήθηκαν για να υποστηριχθεί η θεωρία ότι οι μουσουλμάνοι ανακάλυψαν την Αμερική πριν από τον Κολόμβο. Όμως η κυρίαρχη ιστοριογραφία δεν αποδέχεται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Οι πηγές είναι αποσπασματικές, ασαφείς και συχνά διανθισμένες με στοιχεία θρύλου. Δείχνουν αναμφίβολα ότι υπήρξε μουσουλμανικό ενδιαφέρον για τον Ατλαντικό, ότι έγιναν θαλάσσιες αποστολές προς αυτόν και ότι οι ναυτικοί της αλ Ανδαλούς και του Μαγκρέμπ είχαν κάποια πρακτική γνώση του ωκεάνιου χώρου δυτικά της Ιβηρικής και της βορειοδυτικής Αφρικής. Δεν αποδεικνύουν όμως ότι έφτασαν στην Αμερική ούτε ότι μετέδωσαν τέτοια γνώση στον υπόλοιπο κόσμο πριν από τα ταξίδια του Κολόμβου.
Έτσι, αν θέλουμε να μείνουμε πιστοί στα όρια των πηγών, ορθότερο είναι να πούμε πως οι μουσουλμάνοι θαλασσοπόροι της δυτικής Μεσογείου υπήρξαν από τους πρώτους μεσαιωνικούς ναυτικούς που τόλμησαν να αντικρίσουν τον ανοιχτό Ατλαντικό και να κινηθούν στις παρυφές του. Δεν μπορούμε όμως να τους αποδώσουμε την ανακάλυψη της Αμερικής. Η συμβολή τους βρίσκεται αλλού. Στο ότι ενέταξαν τον Ατλαντικό στη γεωγραφική φαντασία και στην πρακτική ναυσιπλοΐα του μεσαιωνικού κόσμου, ανοίγοντας τον δρόμο για τις μεταγενέστερες εξερευνήσεις των Πορτογάλων και των Ισπανών.