
Ο Τζιοβάνι Καμπότο, γνωστός στην αγγλική ιστοριογραφία ως Τζον Κάμποτ, ήταν Ιταλός θαλασσοπόρος και εξερευνητής, γεννημένος γύρω στο 1450, πιθανότατα στη Γένοβα. Σε νεαρή ηλικία συνδέθηκε με τη Βενετία, όπου έζησε επί σειρά ετών και δραστηριοποιήθηκε ως έμπορος, ταξιδεύοντας στις θαλάσσιες οδούς της Μεσογείου και αποκτώντας πολύτιμη ναυτική εμπειρία. Αργότερα βρέθηκε στη δυτική Ευρώπη, αναζητώντας υποστήριξη για ένα σχέδιο που γοήτευε πολλούς θαλασσοπόρους της εποχής: την ανακάλυψη ενός συντομότερου θαλάσσιου δρόμου προς την Ασία, πλέοντας προς την δύση.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1490 ο Κάμποτ εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, πιθανότατα στο Μπρίστολ, μια πόλη με έντονη εμπορική και ναυτική δραστηριότητα. Εκεί βρήκε πρόσφορο έδαφος για τις ιδέες του, καθώς οι έμποροι και οι ναυτικοί της περιοχής ενδιαφέρονταν ζωηρά για νέους θαλάσσιους δρόμους και νέες αγορές. Η επιστροφή του Χριστόφορου Κολόμβου το 1493 από την πρώτη του εξερεύνηση και τα νέα για την ανακάλυψη γης στην άλλη μεριά του άγνωστου μέχρι τότε Ατλαντικού, αναζωπύρωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη την ελπίδα ότι η Ασία ήταν προσβάσιμη διασχίζοντας τον Ατλαντικό, και ο Κάμποτ ήταν πεπεισμένος ότι μια βορειότερη διαδρομή θα μπορούσε να αποδειχθεί συντομότερη και πιο συμφέρουσα για την Αγγλία.
Στις 5 Μαρτίου 1496, ο βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ του παραχώρησε επίσημη άδεια να αναζητήσει νέες χώρες στις ανατολικές, δυτικές και βόρειες θάλασσες, αρκεί να μην προσέγγιζε περιοχές που ανήκαν ήδη στους Ισπανούς ή στους Πορτογάλους. Η βασιλική αυτή άδεια έδωσε στον Κάμποτ το νομικό και πολιτικό πλαίσιο που χρειαζόταν για να οργανώσει το εγχείρημα του. Την ίδια χρονιά επιχείρησε το πρώτο του ταξίδι. Όμως, η κακοκαιρία, οι δυσκολίες στη θάλασσα και οι διαφωνίες ανάμεσα στο πλήρωμα τον ανάγκασαν να επιστρέψει χωρίς αποτέλεσμα.
Ο Κάμποτ, ωστόσο, δεν εγκατέλειψε το σχέδιό του. Τον Μάιο του 1497 απέπλευσε ξανά από το Μπρίστολ με το μικρό πλοίο Matthew και πλήρωμα περίπου δεκαοκτώ ανδρών. Ακολουθώντας δυτική πορεία στον Βόρειο Ατλαντικό, έφτασε στις 24 Ιουνίου 1497 σε κάποια περιοχή της βορειοανατολικής Βόρειας Αμερικής. Το ακριβές σημείο της απόβασής του παραμένει αβέβαιο και αποτελεί ακόμη θέμα ιστορικής συζήτησης. Οι πιο πιθανές περιοχές είναι η Νέα Γη, το Λαμπραντόρ και το νησί Κέιπ Μπρέτον. Όπου κι αν αποβιβάστηκε, ο Κάμποτ διεκδίκησε τη γη στο όνομα του Άγγλου βασιλιά, πιστεύοντας πως είχε προσεγγίσει τις βορειοανατολικές παρυφές της Ασίας. Μετά την απόβαση, φαίνεται πως συνέχισε για ένα διάστημα την εξερεύνηση της ακτογραμμής, χωρίς όμως να γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα την ακριβή πορεία που ακολούθησε. Όπως και ο Κολόμβος, έτσι και ο Κάμποτ δεν είχε επίγνωση ότι είχε φτάσει σε μια ήπειρο άγνωστη ακόμη τότε στους Ευρωπαίους. Πίστευε ότι είχε φτάσει στις ακτές της Ασίας, ίσως κοντά στην χώρα του Μεγάλου Χαν.
Επέστρεψε στην Αγγλία το καλοκαίρι του 1497 και η επιτυχία του προκάλεσε ενθουσιασμό στην αυλή. Ο Ερρίκος Ζ΄ τον αντάμειψε οικονομικά και λίγο αργότερα του παραχώρησε ετήσια σύνταξη, μία ένδειξη για το πόσο σημαντική θεωρήθηκε η αποστολή του για το αγγλικό στέμμα.
Η επιτυχία του πρώτου ταξιδιού οδήγησε γρήγορα στην οργάνωση μιας νέας, μεγαλύτερης αποστολής. Τον Μάιο του 1498 ο Κάμποτ αναχώρησε από το Μπρίστολ με πέντε πλοία, επιδιώκοντας να συνεχίσει την εξερεύνηση και να βρει πλουσιότερες περιοχές. Όταν όμως ο στόλος πέρασε από την Ιρλανδία και βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα, έπεσε σε μια ισχυρή καταιγίδα. Το ένα από τα πλοία κατέφυγε στις ακτές της Ιρλανδίας. Τα υπόλοιπα συνέχισαν να πλέουν προς την καταιγίδα. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη τους όπως και τα ίχνη του Κάμποτ.
Ο Τζον Κάμποτ πραγματοποίησε την πρώτη τεκμηριωμένη ευρωπαϊκή προσέγγιση των ακτών της βόρειας Αμερικής μετά τις αποστολές των Βίκινγκς, και αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως θεμέλιο για τις αγγλικές διεκδικήσεις στον Καναδά. Αν και ο ίδιος δεν βρήκε ποτέ τον θαλάσσιο δρόμο προς την Ασία που αναζητούσε, το όνομα του συνδέθηκε οριστικά με το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στην ιστορία της αγγλικής εξερεύνησης του Ατλαντικού.
