
Στις 31 Αυγούστου 1906, το μικρό νορβηγικό σκάφος Gjøa, μήκους μόλις 21 μέτρων και με πλήρωμα επτά ανδρών, έφτανε στο Νόουμ της Αλάσκας. Με την άφιξή του ολοκληρωνόταν ένα κατόρθωμα που ως τότε έμοιαζε σχεδόν ακατόρθωτο. Για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα πλοίο είχε περάσει από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό μέσω του Βορειοδυτικού Περάσματος, ύστερα από μια πολυετή πορεία μέσα από τις παγωμένες αρκτικές θάλασσες της Βόρειας Αμερικής. Κυβερνήτης του ήταν ο Νορβηγός εξερευνητής Ρόαλντ Άμουντσεν, ένας άνθρωπος που έμελλε να συνδέσει το όνομά του με μερικά από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της εξερεύνησης των Πόλων.
Ο Άμουντσεν γεννήθηκε το 1872 στο Μπόργκε της Νορβηγίας, σε οικογένεια με βαθιές ναυτικές ρίζες. Αν και ξεκίνησε σπουδές ιατρικής, σύντομα εγκατέλειψε αυτόν τον δρόμο για να ακολουθήσει τη θάλασσα. Το 1897 συμμετείχε ως αξιωματικός στην Belgica, τη βελγική αποστολή στην Ανταρκτική, η οποία έμεινε στην ιστορία ως η πρώτη που ξεχειμώνιασε στην ανταρκτική ζώνη. Η εμπειρία εκείνη τον διαμόρφωσε αποφασιστικά και γέννησε μέσα του τη φιλοδοξία να αφιερωθεί στις πολικές εξερευνήσεις.
Ύστερα από την επιτυχία του στο Βορειοδυτικό Πέρασμα, ο Άμουντσεν σχεδίαζε να γίνει ο πρώτος άνθρωπος που θα έφτανε στον Βόρειο Πόλο. Το 1909 όμως έφτασαν οι ειδήσεις ότι ο Αμερικανός Ρόμπερτ Πίαρι είχε ήδη πετύχει αυτόν τον στόχο, παρότι το επίτευγμα αυτό αμφισβητήθηκε έντονα αργότερα. Μπροστά σε αυτή την εξέλιξη, ο Άμουντσεν άλλαξε σχέδιο. Έστρεψε το ενδιαφέρον του προς την Ανταρκτική, με σκοπό να γίνει ο πρώτος άνθρωπος που θα έφτανε στον Νότιο Πόλο.
Την ίδια εποχή, για τον ίδιο στόχο προετοιμαζόταν και ο Βρετανός Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ. Ο Σκοτ είχε δημοσιοποιήσει τις προθέσεις του και είχε ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Ο Άμουντσεν, αντίθετα, κράτησε μυστική την αλλαγή των σχεδίων του και αποκάλυψε τον πραγματικό προορισμό του μόνο αφού είχε ήδη αποπλεύσει. Ο Σκοτ αναχώρησε από το Κάρντιφ στις 15 Ιουνίου 1910 με το Terra Nova, ενώ ο Άμουντσεν έφυγε από το Κρίστιανσαντ στις 9 Αυγούστου 1910 με το Fram. Στη Μαδέρα, ο Νορβηγός εξερευνητής ανακοίνωσε τελικά στους άνδρες του ότι προορισμός τους ήταν η Ανταρκτική και έστειλε στον Σκοτ το σύντομο, ιστορικό πλέον τηλεγράφημα που τον ενημέρωνε πως το Fram κατευθυνόταν προς τα εκεί. Ο Σκοτ το έλαβε αργότερα στη Μελβούρνη, αντιλαμβανόμενος τότε ότι η αποστολή του είχε μετατραπεί σε αγώνα δρόμου.

Το Fram έφτασε στην Ανταρκτική τον Ιανουάριο του 1911 και αγκυροβόλησε στον Κόλπο των Φαλαινών, στη Θάλασσα Ρος. Εκεί ο Άμουντσεν ίδρυσε τη βάση του, το Framheim, σε θέση ευνοϊκότερη από εκείνη του Σκοτ, αφού βρισκόταν πιο κοντά στον Νότιο Πόλο. Τους επόμενους μήνες, οι Νορβηγοί εργάστηκαν μεθοδικά. Μετέφεραν προμήθειες προς τα νότια, δημιούργησαν σταθμούς εφοδιασμού πάνω στη γραμμή της μελλοντικής πορείας τους και βελτίωσαν τον εξοπλισμό τους ενόψει της μεγάλης προσπάθειας. Σε αντίθεση με τον Σκοτ, ο Άμουντσεν βασίστηκε εξαρχής στα έλκηθρα με σκυλιά, μια μέθοδο που είχε μάθει και είχε υιοθετήσει από του Ινουίτ κατά τη μακρά παραμονή του στην Αρκτική.
Ύστερα από την πολική νύχτα, οι άνδρες του Άμουντσεν ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν. Μια πρώτη απόπειρα έγινε πρόωρα τον Σεπτέμβριο του 1911, όμως το ακραίο ψύχος ανάγκασε την αποστολή να επιστρέψει στη βάση. Ο Άμουντσεν κατάλαβε ότι είχε κινηθεί νωρίς και αποφάσισε να περιμένει καταλληλότερες συνθήκες. Η οριστική αναχώρηση έγινε στις 19 Οκτωβρίου 1911. Ο ίδιος, μαζί με τους Χέλμερ Χάνσεν, Όλαβ Μπγιάαλαντ, Σβέρρε Χάσελ και Όσκαρ Βίστινγκ, ξεκίνησαν από το Framheim με τέσσερα έλκηθρα και πενήνταδύο σκυλιά, ακολουθώντας τη διαδρομή που είχαν ήδη προετοιμάσει.

Η πορεία προς τον Πόλο υπήρξε επίπονη, αλλά εξαιρετικά καλά οργανωμένη. Οι Νορβηγοί κινήθηκαν πάνω από τον παγετώδη ορίζοντα της Θάλασσας Ρος, διέσχισαν την Υπερανταρκτική Οροσειρά και ανέβηκαν προς το εσωτερικό της ηπείρου. Στις αρχές Δεκεμβρίου ξεπέρασαν το νοτιότερο σημείο στο οποίο είχε φτάσει μέχρι τότε άνθρωπος, το ρεκόρ του Έρνεστ Σάκλετον από το 1909. Τελικά, στις 14 Δεκεμβρίου 1911, ο Άμουντσεν και οι τέσσερις σύντροφοί του έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν στον Νότιο Πόλο. Εκεί ύψωσαν τη νορβηγική σημαία, έστησαν μια μικρή σκηνή που ονόμασαν Polheim και παρέμειναν για σύντομο διάστημα, πραγματοποιώντας παρατηρήσεις ώστε να προσδιορίσουν όσο το δυνατόν ακριβέστερα τη θέση τους.
Πριν αναχωρήσει, ο Άμουντσεν άφησε στο σημείο μια επιστολή για τον βασιλιά της Νορβηγίας, ζητώντας από τον Σκοτ να τη μεταφέρει σε περίπτωση που η δική του ομάδα δεν επέστρεφε ζωντανή. Στις 17 Δεκεμβρίου οι Νορβηγοί πήραν τον δρόμο της επιστροφής και στις 25 Ιανουαρίου 1912 έφτασαν με επιτυχία στο Framheim. Από τα πενήντα δύο σκυλιά είχαν απομείνει έντεκα. Λίγες ημέρες αργότερα ο Άμουντσεν απέπλευσε από τον Κόλπο των Φαλαινών και στις 7 Μαρτίου 1912 έφτασε στο Χόμπαρτ της Τασμανίας, απ’ όπου ανακοίνωσε με τηλεγράφημα την επιτυχία του στον κόσμο.

Ο Σκοτ έφτασε στον Νότιο Πόλο έναν μήνα αργότερα, τον Ιανουάριο του 1912, μόνο και μόνο για να αντικρίσει τη σκηνή και τη σημαία των Νορβηγών. Η απογοήτευση υπήρξε συντριπτική. Κατά την επιστροφή, ο ίδιος και οι σύντροφοι του χάθηκαν μέσα στις ακραίες συνθήκες της ανταρκτικής ερήμου. Έτσι, η κούρσα για τον Νότιο Πόλο έληξε τραγικά για τη βρετανική αποστολή, αλλά σφράγισε οριστικά τη φήμη του Άμουντσεν ως του μεγάλου νικητή της εποχής των πολικών εξερευνήσεων.
Ο Άμουντσεν δεν σταμάτησε εκεί. Συνέχισε να κυνηγά τα μεγάλα γεωγραφικά ορόσημα των πολικών περιοχών. Με τη Maud επιχείρησε το Βορειοανατολικό Πέρασμα, ενώ το 1926 πέταξε πάνω από τον Βόρειο Πόλο με το αερόπλοιο Norge. Έτσι, ο ίδιος και ο Όσκαρ Βίστινγκ έγιναν οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν και στους δύο πόλους της Γης. Δύο χρόνια αργότερα, στις 18 Ιουνίου 1928, ο Άμουντσεν εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια μιας αποστολής έρευνας και διάσωσης για το αερόπλοιο Italia. Το αεροσκάφος στο οποίο επέβαινε χάθηκε στην περιοχή της Θάλασσας Μπάρεντς και ούτε το σώμα του ούτε τα συντρίμμια βρέθηκαν ποτέ. Έτσι έκλεισε η ζωή ενός από τους σπουδαιότερους εξερευνητές στην ιστορία της ανθρωπότητας.


Αν σας ενδιαφέρουν οι πολικές εξερευνήσεις παρακολουθήστε αυτό το βίντεο