
Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος ήταν ένας από τους σημαντικότερους μαθηματικούς, αστρονόμους και γεωγράφους της Αλεξάνδρειας του 2ου αιώνα μ.Χ. Ένα από τα σημαντικότερα έργα του ήταν η Γεωγραφική Υφήγησις, ένα σύγγραμμα σε οκτώ βιβλία, στο οποίο επιχείρησε να περιγράψει τον γνωστό τότε κόσμο, αξιοποιώντας παλαιότερες γεωγραφικές γνώσεις και πλήθος τοπωνυμίων με γεωγραφικές συντεταγμένες. Αν και το πρωτότυπο έργο δεν σώθηκε, το κείμενo του διατηρήθηκε σε μεταγενέστερα χειρόγραφα και άσκησε τεράστια επιρροή στη βυζαντινή και, αργότερα, στην αναγεννησιακή χαρτογραφία.
Οι σωζόμενοι πτολεμαϊκοί χάρτες δεν είναι αυθεντικά αντίγραφα χαρτών του ίδιου του Πτολεμαίου, αλλά μεταγενέστερες ανασυνθέσεις που βασίστηκαν στις οδηγίες και στις συντεταγμένες του έργου του. Οι παλαιότεροι σωζόμενοι πτολεμαϊκοί χάρτες συνδέονται με τη βυζαντινή αναβίωση του έργου γύρω στο 1300 στην Κωνσταντινούπολη και με τον κύκλο του Μαξίμου Πλανούδη. Ένας από αυτούς είναι και ο χάρτης που απεικονίζεται, αγνώστου δημιουργού, ο οποίος σήμερα διατηρείται στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού. Η πρώτη λατινική μετάφραση έγινε το 1406 από τον Ιάκωβο ή Jacopo d’Angelo, ενώ κατά τον 15ο αιώνα λόγιοι και χαρτογράφοι, όπως ο Nicolaus Germanus, συνέβαλαν αποφασιστικά στη διάδοση και στον ανασχεδιασμό της πτολεμαϊκής εικόνας του κόσμου στη δυτική Ευρώπη.
Στην κοσμολογική του αντίληψη, ο Πτολεμαίος θεωρούσε τη Γη ακίνητη στο κέντρο του σύμπαντος. Ως γεωγράφος, επιχείρησε να αποδώσει χαρτογραφικά την οικουμένη, δηλαδή το κατοικημένο και γνωστό τμήμα της Γης. Η συμβολή του υπήρξε τεράστια, επειδή κατέγραψε περίπου 8.000 τοπωνύμια με γεωγραφικές συντεταγμένες, δίνοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα αναπαραγωγής ενός κόσμου βασισμένου σε αριθμητικά δεδομένα.
Ωστόσο, ο χάρτης του περιείχε και σημαντικά σφάλματα. Το σημαντικότερο ήταν ότι παρουσίαζε τον Ινδικό Ωκεανό ως κλειστή θάλασσα, επειδή θεωρούσε ότι η νότια Αφρική ενωνόταν με την ανατολική Ασία. Η αντίληψη αυτή επηρέασε έντονα τη μεταγενέστερη χαρτογραφία και άρχισε να καταρρέει οριστικά κατά τα τέλη του 15ου αιώνα όταν οι Πορτογάλοι με τις εξερευνήσεις τους απέδειξαν ότι ο Ινδικός Ωκεανός συνδέεται με τον Ατλαντικό.
Στις βόρειες περιοχές της Ευρώπης, η εικόνα που δίνει ο Πτολεμαίος παραμένει ασαφής και σχηματική. Είναι πιθανό ότι ορισμένα στοιχεία της βασίζονται, έστω έμμεσα, σε παλαιότερες ελληνικές παραδόσεις, όπως εκείνες που συνδέονται με τον Πυθέα. Αντίστοιχα, στις ανατολικότερες περιοχές της Ασίας εμφανίζονται ονομασίες όπως οι Sinae και η Serica, που αντανακλούν την περιορισμένη αλλά υπαρκτή γνώση του ελληνορωμαϊκού κόσμου για τις χώρες της Άπω Ανατολής.
Στον Ινδικό Ωκεανό ξεχωρίζει και η μεγάλη νήσος Ταπροβάνη, που συνδέεται γενικά με τη σημερινή Σρι Λάνκα, αν και η απόδοση της στους αρχαίους και μεσαιωνικούς χάρτες ήταν συχνά διογκωμένη ή ασαφής. Η πτολεμαϊκή γεωγραφία, παρά τις ανακρίβειες της, παρέμεινε για αιώνες σημείο αναφοράς, επειδή προσέφερε ένα συνεκτικό σύστημα γεωγραφικής οργάνωσης του κόσμου. Και όταν ανακαλύφθηκαν νέοι ωκεανοί, νέες ακτές και νέες ήπειροι, η ισχύς της δεν έσβησε αμέσως. Αντίθετα, χρειάστηκε πολύς χρόνος ώσπου οι νέες εμπειρικές γνώσεις να αντικαταστήσουν το πτολεμαϊκό οικοδόμημα.
