Η Κυριαρχία και η Σημασία των Στενών της Ορμούζ ανά τους αιώνες

Το Ορμούζ, είναι ένα μικρό νησί στην είσοδο του Περσικού Κόλπου, από το οποίο πήρε και την ονομασία του το θαλάσσιο πέρασμα – ή στενό όπως είναι ευρύτερα γνωστό –  που ενώνει τον Περσικό Κόλπο με την Αραβική Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό. Η αρχαιότερη αναφορά που σχετίζεται με αυτό προέρχεται από τον περίπλου του Νεάρχου τον 4ο αι. π.Χ. ο οποίος οδήγησε τον Μακεδονικό Στόλο από τον Ινδό ποταμό μέχρι τη Βαβυλώνα. Τότε εμφανίζεται για πρώτη φορά το τοπωνύμιο Αρμοζία, ως ελληνική απόδοση για την ονομασία Ορμούζ. Το τοπωνύμιο αυτό όμως δεν είχε να κάνει με το σημερινό νησί Ορμούζ αλλά με την κοντινή ηπειρωτική ακτή την οποία ο Νέαρχος είχε περιγράψει ως μια εύφορη περιοχή. 

Η γεωγραφική αξία του σημείου ήταν προφανής ήδη από τότε. Όποιος ήλεγχε την είσοδο του Περσικού Κόλπου μπορούσε να επηρεάζει την εμπορική κίνηση στις αγορές της Μεσοποταμίας, της Περσίας, της Αραβίας, της Ινδίας, και κατ’ επέκταση το ευρύτερο εμπορικό σύστημα που ένωνε την Μεσόγειο με την Άπω Ανατολή.

Η ιστορία της Ορμούζ ως οργανωμένου πολιτικού και εμπορικού κέντρου αρχίζει ουσιαστικά κατά τον Μεσαίωνα. Μετά την αραβική κατάκτηση της περιοχής το 650–651, η Ορμούζ αναδείχθηκε σταδιακά σε κύριο λιμάνι της νοτιοανατολικής Περσίας. Κατά τον 10ο αιώνα ήταν ήδη γνωστή ως σημαντικός σταθμός εμπορίου, με αποθήκες, αγροτική παραγωγή και σύνδεση με τα δίκτυα της περσικής ενδοχώρας. Από το 1100 περίπου έγινε η έδρα ενός τοπικού σουλτανάτου, στην κυριαρχία του οποίου περιήλθαν και οι ανατολικές ακτές του σημερινού Ομάν.

Στα τέλη του 13ου αιώνα και στις αρχές του 14ου, οι επιδρομές και η αστάθεια στην ενδοχώρα της νοτιοανατολικής Περσίας ανάγκασαν τον ηγεμόνα Μπαχά ουντ-Ντιν Αγιάζ να μεταφέρει τον πληθυσμό και το εμπορικό κέντρο στο μικρό νησί Jarun, το οποίο αργότερα πήρε το ίδιο το όνομα Ορμούζ. Το νησί δεν είχε ούτε νερό ούτε βλάστηση κάτι που αρχικά έκανε τη διαβίωση δύσκολη. Ήταν όμως πολύ ασφαλέστερο από τις χερσαίες επιδρομές και ιδανικό για τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων.

Αυτή η μεταφορά υπήρξε καθοριστική. Η «Νέα Ορμούζ» έγινε ένα από τα πιο πλούσια εμπορικά κέντρα της ύστερης μεσαιωνικής Ανατολής. Εξελίχθηκε σε βασικό σημείο μεταφόρτωσης εμπορευμάτων ανάμεσα στα λιμάνια του Περσικού Κόλπου, τις καραβανικές οδούς της Περσίας και τις θαλάσσιες διαδρομές προς την Ινδία. Περιηγητές όπως ο Μάρκο Πόλο, ο Οδωρίκος του Πορντενόνε και ο Ιμπν Μπατούτα μιλούν για έναν πλούσιο αλλά άνυδρο και ασφυκτικά θερμό τόπο, γεμάτο πολύτιμα εμπορεύματα.

Η άνοδος της Πορτογαλίας στον Ινδικό Ωκεανό έφερε αναπόφευκτα την Ορμούζ στο στόχαστρό της. Στις αρχές του 16ου αιώνα, η στρατηγική του Αφόνσο ντε Αλμπουκέρκ ήταν να ελέγξει τα μεγάλα «στενά» του ανατολικού εμπορίου. Το Άντεν για την Ερυθρά Θάλασσα, τη Μαλάκκα για την Ανατολική Ασία και την Ορμούζ για την είσοδο του Περσικού Κόλπου. Με αυτή την κίνηση οι Πορτογάλοι θα είχαν τον πλήρη έλεγχο στη Αραβική θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό. Το 1507 ο Αλμπουκέρκ έφτασε στο Στενό της Ορμούζ έχοντας ήδη υποτάξει ή λεηλατήσει σειρά πόλεων στις ακτές του Ομάν, ώστε να προκαλέσει σύγχυση και τρόμο πριν επιτεθεί στον κεντρικό στόχο. Όταν έφτασε στο νησί του Ορμούζ, αντιμετώπισε με επιτυχία τον τοπικό στόλο, καταλαμβάνοντας και καταστρέφοντας πολλά από τα πλοία του. Οι Πορτογάλοι, πραγματοποίησαν απόβαση όπου άρχισαν να καίνε την πόλη. Ο ίδιος απέφυγε γενική έφοδο, επειδή είχε πολύ λίγους άνδρες, αλλά το σοκ της πορτογαλικής επίθεσης ήταν αρκετό ώστε ο βεζίρης της Ορμούζ να ζητήσει συνθηκολόγηση.

Στις 10 Οκτωβρίου 1507 συμφωνήθηκαν οι όροι της υποταγής. Ο βασιλιάς της Ορμούζ θα παρέμενε στον θρόνο του ως υποτελής, θα πλήρωνε φόρο υποτέλειας, οι Πορτογάλοι θα απαλλάσσονταν από δασμούς και, το σημαντικότερο, θα αποκτούσαν το δικαίωμα να χτίσουν φρούριο στο νησί. Έτσι ο Αλμπουκέρκ πέτυχε να μετατρέψει την Ορμούζ σε πορτογαλικό προτεκτοράτο και να ελέγξει την είσοδο του Περσικού Κόλπου.

Η επιτυχία αυτή όμως δεν κράτησε πολύ. Ενώ άρχισε η οικοδόμηση του φρουρίου, οι συνθήκες αποδείχθηκαν εξαιρετικά δύσκολες. Το κλίμα ήταν σκληρό, οι άνδρες λίγοι, τα εφόδια περιορισμένα, και πολλοί από τους Πορτογάλους καπετάνιους διαφωνούσαν με την απόφαση του Αλμπουκέρκ να παραμείνει εκεί. Η κρίση κορυφώθηκε όταν μερικοί άνδρες λιποτάκτησαν και αποκάλυψαν στους Ορμουζινούς πόσο μικρή ήταν στην πραγματικότητα η πορτογαλική δύναμη. Έπειτα, στα τέλη Ιανουαρίου 1508, τρεις καπετάνιοι εγκατέλειψαν τον Αλμπουκέρκ και έφυγαν για την Ινδία με τα πλοία τους. Αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορούσε πια να κρατήσει τη θέση του με ασφάλεια, ο Αλμπουκέρκ αναχώρησε από την Ορμούζ στις 8 Φεβρουαρίου 1508. Το νησί όμως δεν έπαψε να αποτελεί στόχο του.

Το 1515, αφού είχε ήδη εδραιώσει την πορτογαλική ισχύ στον Ινδικό Ωκεανό, απέπλευσε από τη Γκόα της Πορτογαλικής Ινδίας και εμφανίστηκε μπροστά στην Ορμούζ με ισχυρό στόλο. Αν και η πόλη ήταν προετοιμασμένη για αντίσταση, η κατάσταση στο εσωτερικό της ήταν τόσο ασταθής ώστε ο νεαρός βασιλιάς Τουράν Σαχ και κύκλοι της αυλής δεν θέλησαν να συγκρουστούν ανοιχτά μαζί του. Αντίθετα, προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν την πορτογαλική παρουσία για να εξουδετερώσουν εσωτερικούς αντιπάλους και να διατηρήσουν τον θρόνο υπό πορτογαλική προστασία. Έτσι, στις 1 Απριλίου 1515, ο Τουράν Σαχ επέτρεψε στον Αλμπουκέρκ να αποβιβάσει στρατεύματα και να αναλάβει ξανά την Ορμούζ χωρίς αιματοχυσία.

Οι Πορτογάλοι ύψωσαν τη σημαία τους στο νησί και ο Αλμπουκέρκ προχώρησε αμέσως στο έργο που είχε μείνει ανολοκλήρωτο το 1507. Την κατασκευή ενός ισχυρού φρουρίου στο βόρειο άκρο του νησιού. Το φρούριο αυτό έγινε το κλειδί της πορτογαλικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο. Η Ορμούζ δεν προσαρτήθηκε άμεσα ως κοινή αποικία, αλλά μετατράπηκε σε πορτογαλικό προτεκτοράτο. Ο τοπικός βασιλιάς έμεινε τυπικά στον θρόνο, όμως πλέον ως υποτελής του βασιλιά της Πορτογαλίας. Οι Πορτογάλοι ανέλαβαν την άμυνα, επέβαλαν φόρο υποτέλειας και περιόρισαν ουσιαστικά την ανεξαρτησία του βασιλείου. Οι πρίγκιπες της Ορμούζ παρέμειναν ονομαστικά στην εξουσία, αλλά όφειλαν πίστη στο πορτογαλικό στέμμα.

Το 1588 ο Αμπάς Α’ γίνεται Σάχης της Περσίας. Μία από τις πολιτικές του είναι να εκδιώξει τους Πορτογάλους από τον Περσικό Κόλπο θεωρώντας απαράδεκτο να παραμένει το Ορμούζ όπως και άλλα εδάφη της περιοχής που θεωρούσε περσικά, σε ξένα χέρια. Αφού το 1602 ανέκτησε το Μπαχρέιν και το 1614 την περιοχή του μετέπειτα Μπαντάρ Αμπάς, το 1622 προχώρησε στο αποφασιστικό χτύπημα, στο νησί του Ορμούζ. Επειδή οι Πέρσες δεν διέθεταν ισχυρό στόλο, συνεργάστηκαν με την Αγγλική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών, η οποία τους παρείχε τη ναυτική υποστήριξη. Οι περσικές δυνάμεις υπό τον Εμάμ Κουλί Χαν, και την αγγλική ναυτική κάλυψη, αποβιβάστηκαν στο Ορμούζ και άρχισαν την πολιορκία του πορτογαλικού φρουρίου. Η πολιορκία κράτησε περίπου δέκα εβδομάδες μέχρι που η πορτογαλική φρουρά δεν μπόρεσε να αντέξει άλλο και τελικά παραδόθηκε την 1η Μαΐου 1622. Έτσι, μετά από 107 χρόνια τερματίστηκε η πορτογαλική κυριαρχία στην Ορμούζ.

Μετά την ανακατάληψη του νησιού από τους Πέρσες, το εμπορικό κέντρο μεταφέρθηκε στο Μπαντάρ Αμπάς ενώ ο έλεγχος των στενών πέρασε στην Περσία, ενώ η Αγγλική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών, ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη τους, εξασφάλισε προνόμια τα οποία θα διατηρηθούν μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα. Από τότε, το νησί οδηγήθηκε σταδιακά σε παρακμή, παραμένοντας κυρίως στρατιωτικό και τοπικό διοικητικό σημείο, ώσπου στους νεότερους χρόνους κατέληξε να είναι ένα μικρό, δευτερεύον νησί με λίγους κατοίκους και περιορισμένη οικονομική ζωή.

Τον 20ο αιώνα, η αυξανόμενη παραγωγή πετρελαίου των χωρών του Περσικού Κόλπου σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες ενεργειακές απαιτήσεις παγκοσμίως, θα αναγάγουν το στενό της Ορμούζ σε ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του Κόσμου, αν όχι στο σημαντικότερο. Σύμφωνα με την U.S. Energy Information Administration, το 2024 από το Στενό της Ορμούζ διέρχονταν κατά μέσο όρο περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου, καθώς και το 20% παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου LNG. 

Σήμερα, τα χωρικά ύδατα στην περιοχή του Στενού της Ορμούζ ανήκουν στο Ιράν και το Ομάν. Ωστόσο, το στενό υπάγεται, κατά το διεθνές δίκαιο, σε καθεστώς διεθνούς διέλευσης, πράγμα που σημαίνει ότι η διεθνής ναυσιπλοΐα δεν μπορεί νομικά να ανασταλεί από τα παράκτια κράτη. Στην πράξη, όμως, όπως έχει δείξει επανειλημμένα η ιστορία, η γεωγραφική θέση και η στρατιωτική ισχύς μπορούν να μετατρέψουν αυτό το ζωτικό πέρασμα σε πεδίο πίεσης, απειλής και διεθνούς έντασης.

Το στενό της Ορμούζ εξακολουθεί να είναι αυτό που ήταν επί αιώνες. Ένα σημείο όπου η γεωγραφία μπορεί να μετατραπεί σε ισχύ.

Απάντηση

Discover more from GREAT NAVIGATOR

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading