
Η επιστροφή του Βαρθολομαίου Ντιάζ στην Πορτογαλία, τον Δεκέμβριο του 1488, σηματοδότησε μία από τις σημαντικότερες καμπές στην ιστορία των θαλάσσιων εξερευνήσεων. Για πρώτη φορά, ένας ευρωπαίος θαλασσοπόρος είχε κατορθώσει να περιπλεύσει το νότιο άκρο της Αφρικής, αποδεικνύοντας ότι ο Ατλαντικός Ωκεανός συνδέεται με τον Ινδικό. Το Ακρωτήριο που ο ίδιος ονόμασε «Ακρωτήριο των Καταιγίδων» μετονομάστηκε σύντομα από τον βασιλιά σε «Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας», καθώς ενσάρκωνε πλέον την ελπίδα για έναν απευθείας θαλάσσιο δρόμο προς την Ινδία. Η επιτυχία αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς και συστηματικής προσπάθειας που είχε ξεκινήσει ήδη από τις αρχές του 15ου αιώνα υπό την καθοδήγηση του Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος. Σταδιακά, οι Πορτογάλοι είχαν χαρτογραφήσει τις δυτικές ακτές της Αφρικής, είχαν αποκτήσει πολύτιμη ναυτική εμπειρία και είχαν τελειοποιήσει τεχνικές πλοήγησης στον ανοιχτό ωκεανό. Η ανακάλυψη του Ντιάζ επιβεβαίωσε ότι ο στόχος για την ανακάλυψη του θαλάσσιου δρόμου προς την Ινδία ήταν πλέον εφικτός.
Ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ της Πορτογαλίας αντέδρασε άμεσα. Αν και δεν πρόλαβε να δει την τελική πραγμάτωση του σχεδίου, φρόντισε να θέσει τα θεμέλια για την επόμενη φάση. Έστειλε δύο έμπειρους απεσταλμένους, τον Περό ντε Κοβιλιά και τον Αφόνσο δε Πραΐβα, με αποστολή να ταξιδέψουν μέσω της Ανατολής και να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τα εμπορικά δίκτυα, τα λιμάνια και τις πολιτικές ισορροπίες της Ινδίας και της Ανατολικής Αφρικής. Ο Κοβιλιά, φτάνοντας μέχρι την Ινδία και την Αιθιοπία, επιβεβαίωσε ότι οι θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές του Ινδικού Ωκεανού ελέγχονταν σε μεγάλο βαθμό από μουσουλμάνους εμπόρους. Το 1495, ο βασιλιάς Ιωάννης πεθαίνει και τον διαδέχεται ο Μανουήλ Α΄ της Πορτογαλίας, ο οποίος έδειξε ακόμη μεγαλύτερο ζήλο για την υλοποίηση του σχεδίου. Υπό την εποπτεία του, άρχισε η κατασκευή ενός στόλου ικανού να επιχειρήσει το πρώτο ταξίδι προς την Ινδία. Στην προετοιμασία συμμετείχε και ο ίδιος ο Ντιάζ, ο οποίος συνέβαλε με την εμπειρία του στον σχεδιασμό των πλοίων και της διαδρομής.
Το κρίσιμο ερώτημα ήταν ποιος θα ηγηθεί της αποστολής. Η επιλογή κατέληξε στον Βάσκο ντα Γκάμα, έναν ευγενή με ναυτική εμπειρία και αποδεδειγμένη ικανότητα σε δύσκολες αποστολές. Αν και δεν ήταν ο πιο προβεβλημένος θαλασσοπόρος της εποχής, διέθετε τα χαρακτηριστικά που αναζητούσε ο βασιλιάς: αποφασιστικότητα, πειθαρχία και αφοσίωση. Ο Βάσκο ντα Γκάμα γεννήθηκε περί το 1460 στο Σινές. Από νεαρή ηλικία συνδέθηκε με το Τάγμα του Σαντιάγο και διακρίθηκε για την υπηρεσία του προς το στέμμα. Το 1492 ο βασιλιάς Ιωάννης, του είχε αναθέσει την αποστολή να αιχμαλωτίσει Γαλλικά πλοία που βρισκόντουσαν στο Σετουμπάλ ως αντίποινα για τις λεηλασίες που είχαν κάνει άλλα Γαλλικά πλοία, εις βάρος των Πορτογαλικών. Βγάζοντας εις πέρας την αποστολή αυτή, ο Βάσκο ντα Γκάμα ανέλαβε με επιτυχία την υπεράσπιση των πορτογαλικών κτίσεων της Αφρικής αλλά και των πορτογαλικών πλοίων, που εκείνη την εποχή δεχόντουσαν συχνές επιδρομές από Γάλλους κουρσάρους.

Στις 8 Ιουλίου 1497, ο στόλος απέπλευσε από τη Λισαβόνα. Αποτελούνταν από τέσσερα πλοία: το São Gabriel, από το οποίο διοικούσε ο Βάσκο ντα Γκάμα, το São Rafael, το ταχύτερο Berrio και ένα πλοίο εφοδιασμού. Τα πληρώματα περιλάμβαναν έμπειρους ναυτικούς, πιλότους και μεταφραστές, ενώ τα πλοία ήταν εφοδιασμένα με εμπορεύματα, δώρα για ξένους ηγεμόνες και padrões, λίθινους στύλους που τοποθετούνταν ως σύμβολα κυριαρχίας. Αντί να ακολουθήσει την ακτογραμμή της Αφρικής, ο ντα Γκάμα επέλεξε να κινηθεί δυτικά στον Ατλαντικό, εκμεταλλευόμενος τους ευνοϊκούς ανέμους, πριν στραφεί ξανά προς την Αφρική, για να αποφύγει τα αντίθετα ρεύματα του Κόλπου της Γουινέας.
Τον Νοέμβριο του 1497, ο στόλος προσέγγισε τις ακτές της νότιας Αφρικής και, στις 22 Νοεμβρίου, πέρασε το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Από εκεί, συνέχισε προς τα βορειοανατολικά, εξερευνώντας τις άγνωστες για τους Ευρωπαίους ακτές της ανατολικής Αφρικής. Οι πρώτες επαφές με τα τοπικά λιμάνια δεν ήταν ειρηνικές. Στη Μοζαμβίκη, οι Πορτογάλοι αρχικά έγιναν δεκτοί προσποιούμενοι τους μουσουλμάνους, αλλά όταν αποκαλύφθηκε η πραγματική τους ταυτότητα, άρχισαν οι συγκρούσεις και αναγκάστηκαν να φύγουν. Στη Μομπάσα η υποδοχή ήταν εχθρική, γεγονός που ανάγκασε τον στόλο και εκεί να αποχωρήσει γρήγορα. Αντίθετα, στο Μαλίντι τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο τοπικός ηγεμόνας, ανταγωνιστής του ηγεμόνα της Μομπάσα, υποδέχθηκε ευνοϊκά τους Πορτογάλους και για να εξασφαλίσει την συμμαχία τους, τους παρείχε έναν έμπειρο πλοηγό. Χάρη στις γνώσεις του για τους μουσώνες, ο στόλος κατόρθωσε να διασχίσει τον Ινδικό Ωκεανό.
Στις 20 Μαΐου 1498, τα πορτογαλικά πλοία έφτασαν στην Καλικούτη, ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Ινδίας. Η άφιξη των Πορτογάλων προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον, αλλά και καχυποψία. Οι μουσουλμάνοι έμποροι της πόλης, που κυριαρχούσαν στο εμπόριο, αντιλήφθηκαν άμεσα τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε η νέα θαλάσσια δύναμη. Οι διαπραγματεύσεις με τον Ζαμόριν της Καλικούτης δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Τα δώρα των Πορτογάλων θεωρήθηκαν ανεπαρκή για τα δεδομένα της πλούσιας ινδικής αγοράς, ενώ οι πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές επιβάρυναν περαιτέρω το κλίμα. Παρά την αρχική φιλοξενία, δεν επιτεύχθηκε ουσιαστική εμπορική συμφωνία.
Τον Αύγουστο του 1498, ο ντα Γκάμα αποφάσισε να επιστρέψει. Η επιστροφή αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη από το ταξίδι προς την Ινδία. Οι αντίθετοι μουσώνες καθυστέρησαν την πορεία και το σκορβούτο προκάλεσε βαριές απώλειες στα πληρώματα. Το São Rafael εγκαταλείφθηκε, καθώς δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες για να το επανδρώσουν. Μετά από μια εξαντλητική διαδρομή, ο στόλος επέστρεψε στην Αφρική και στη συνέχεια στην Ευρώπη. Το Berrio έφτασε πρώτο στη Λισαβόνα τον Ιούλιο του 1499, ενώ ο Βάσκο ντα Γκάμα επέστρεψε λίγο αργότερα. Παρά τις μεγάλες απώλειες, το αποτέλεσμα ήταν καθοριστικό. Η Πορτογαλία είχε πλέον ανοίξει έναν απευθείας θαλάσσιο δρόμο προς την Ινδία. Το γεγονός αυτό άλλαξε ριζικά τις εμπορικές ισορροπίες, υπονομεύοντας την κυριαρχία των μεσογειακών και μουσουλμανικών εμπορικών δικτύων.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Πορτογάλοι εδραίωσαν την παρουσία τους στον Ινδικό Ωκεανό. Ο ντα Γκάμα επέστρεψε το 1502 με ισχυρό στόλο και πιο επιθετική στρατηγική, επιδιώκοντας να επιβάλει την πορτογαλική κυριαρχία στο εμπόριο. Το 1524, διορίστηκε αντιβασιλέας της Πορτογαλικής Ινδίας και επέστρεψε για τρίτη φορά, αλλά πέθανε λίγο μετά την άφιξη του στην Κοτσίν.

Παρακολουθήστε το βίντεο του καναλιού μας για τον Βάσκο ντα Γκάμα