
Η τεχνική της Volta do Mar (πορτ. «γύρισμα της θάλασσας») υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ναυτιλιακές κατακτήσεις των Πορτογάλων κατά τον 15ο αιώνα. Η βασική της αρχή ήταν φαινομενικά παράδοξη. Αντί τα πλοία να επιστρέφουν ακολουθώντας την ίδια παράκτια διαδρομή από την οποία είχαν έρθει, απομακρύνονταν από τις ακτές και ανοίγονταν προς τον ωκεανό, ώστε να εκμεταλλευτούν ευνοϊκότερους ανέμους. Με αυτόν τον τρόπο, η επιστροφή γινόταν συχνά ταχύτερη, ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη.
Στον Βόρειο Ατλαντικό, οι Πορτογάλοι που έπλεαν νότια κατά μήκος των αφρικανικών ακτών μπορούσαν εύκολα να ακολουθήσουν τις γνωστές θαλάσσιες οδούς προς τα Κανάρια, τη Μαδέρα και αργότερα προς τις περιοχές της δυτικής Αφρικής. Η επιστροφή όμως προς την Πορτογαλία δεν μπορούσε να γίνει απλώς ακολουθώντας αντίστροφα την ίδια πορεία, επειδή οι άνεμοι και οι συνθήκες του ωκεανού δεν ευνοούσαν πάντοτε μια τέτοια παράκτια πλεύση. Για αυτό, οι Πορτογάλοι έμαθαν να ανοίγονται δυτικότερα στον Ατλαντικό, ώσπου να συναντήσουν τους δυτικούς ανέμους των βορειότερων γεωγραφικών πλατών, οι οποίοι τους έσπρωχναν ξανά προς την Ευρώπη. Σε αυτή τη λογική στηρίχθηκε η κλασική Volta do Mar του Βόρειου Ατλαντικού.
Η τεχνική αυτή συνδεόταν με τα ρεύματα του ωκεανού, αλλά ο καθοριστικός παράγοντας για τους θαλασσοπόρους ήταν κυρίως οι άνεμοι και λιγότερο τα ίδια τα θαλάσσια ρεύματα. Βέβαια, η ευρύτερη εικόνα του Βόρειου Ατλαντικού περιλαμβάνει και το μεγάλο δεξιόστροφο κυκλικό σύστημα του ωκεανού, στο οποίο ανήκουν το Ρεύμα των Καναρίων, το Βόρειο Ισημερινό Ρεύμα, το Ρεύμα του Κόλπου και το Βόρειο Ατλαντικό Ρεύμα. Όμως η επιτυχία της Volta do Mar στηριζόταν πρωτίστως στην κατανόηση του πού φυσούσαν οι αληγείς και πού άρχιζαν οι δυτικοί άνεμοι.
Καθώς οι Πορτογάλοι προχωρούσαν όλο και νοτιότερα κατά μήκος των αφρικανικών ακτών, έφτασαν σταδιακά να αντιληφθούν ότι η ίδια λογική μπορούσε να εφαρμοστεί και στον Νότιο Ατλαντικό. Αντί να προσπαθούν να παραμένουν κοντά στις ακτές της Αφρικής, μπορούσαν να ανοίγονται πολύ δυτικότερα στον ωκεανό και να αξιοποιούν τη μεγάλη κυκλοφορία των ανέμων και των υδάτων του Νότιου Ατλαντικού. Έτσι κατέστη δυνατή η πλεύση προς το νότιο άκρο της Αφρικής και τελικά το πέρασμα προς τον Ινδικό Ωκεανό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τακτικής υπήρξε το ταξίδι του Βάσκο ντα Γκάμα. Στην πορεία του προς την Ινδία, αφού έφτασε νοτιότερα από το Πράσινο Ακρωτήριο, δεν συνέχισε να πλέει κοντά στις αφρικανικές ακτές, αλλά ανοίχτηκε προς τον Ατλαντικό. Αυτή η μεγάλη καμπύλη πλεύσης, που οι Πορτογάλοι είχαν πλέον μάθει να χρησιμοποιούν, του επέτρεψε να εκμεταλλευτεί ευνοϊκότερα συστήματα ανέμων και να προσεγγίσει με μεγαλύτερη ασφάλεια το νότιο άκρο της Αφρικής. Η πορεία αυτή λοιπόν δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε αποτέλεσμα λανθασμένης ναυσιπλοΐας. Ήταν μια ώριμη απόφαση βασισμένη στην ναυτική γνώση της εποχής.
Η ίδια γενική αρχή φαίνεται και στο πρώτο ταξίδι του Χριστόφορου Κολόμβου. Για να πλεύσει προς τα δυτικά, ο Κολόμβος κατευθύνθηκε πρώτα στα Κανάρια Νησιά και από εκεί ακολούθησε τους βορειοανατολικούς αληγείς, που τον έσπρωξαν προς την Καραϊβική. Στην επιστροφή του, αντί να επιχειρήσει να ακολουθήσει την ίδια ακριβώς διαδρομή ανάποδα, ανέβηκε βορειότερα ώστε να συναντήσει τους δυτικούς ανέμους, οι οποίοι τον έφεραν ξανά προς την Ευρώπη μέσω της περιοχής των Αζορών. Αν και ο Κολόμβος δεν ήταν Πορτογάλος, είναι σαφές ότι η ναυτική εμπειρία της Ιβηρικής και ιδιαίτερα η πορτογαλική γνώση του Ατλαντικού είχαν ήδη διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε.
Η Volta do Mar ήταν η μετάβαση από την παράκτια πλεύση στην αληθινή ωκεάνια ναυσιπλοΐα. Χάρη σε αυτήν, οι Πορτογάλοι και αργότερα άλλοι Ευρωπαίοι θαλασσοπόροι έμαθαν ότι ο ωκεανός που φάνταζε αδιάβατος και χαόδης, έχει την δική του τάξη, όπου οι άνεμοι και τα ρεύματα ακολουθούν μεγάλους επαναλαμβανόμενους κύκλους.
Η κατανόηση αυτών των κύκλων άνοιξε τον δρόμο για τα μακρινά ταξίδια προς την Αφρική, την Ινδία και την Αμερική και αποτέλεσε μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις της Εποχής των Ανακαλύψεων.