Σκύλακας ο Καρυανδεύς

Ένας Έλληνας ανακαλύπτει τις εκβολές του Ινδού Ποταμού και από εκεί φτάνει μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα

Κατά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., στα βάθη της Μέσης Ανατολής,  από μία νομαδική φυλή που προϋπήρχε στην περιοχή αρκετούς αιώνες πριν, γεννιόταν μία μεγάλη αυτοκρατορία. Αυτή ήταν η Περσική Αυτοκρατορία, η οποία θα φτάσει στο απόγειο της περίπου έναν αιώνα μετά, κατά την βασιλεία του Δαρείου του Πρώτου. Ο Δαρείος είχε καταφέρει να επεκτείνει την αυτοκρατορία του προς την δύση, έχοντας κατακτήσει τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου από την Θράκη και την Μικρά Ασία μέχρι την Αίγυπτο και την Λιβύη, ενώ τα ανατολικά της όρια ήταν μέχρι τις όχθες του Ινδού Ποταμού και της Κιργιζίας. Θέλοντας να κυριαρχήσει και στον ελλαδικό χώρο, έστειλε δύο ναυτικές εκστρατείες με σκοπό να καταλάβει τις Ελληνικές Πόλεις-Κράτη που ακόμη δεν είχαν υποταχθεί. Δύο από αυτές ήταν η Αθήνα και η Σπάρτη. Η πρώτη εκστρατεία με επικεφαλή τον Μαρδόνιο, απέτυχε εξαιτίας μιας καταιγίδας που κατέστρεψε μεγάλο μέρος του Περσικού Στόλου στην Χερσόνησο Άθω αλλά και λόγω της σθεναρής αντίστασης των Θρακών. Η δεύτερη, με επικεφαλείς τον Δάτη και τον Αρταφέρνη αποκρούστηκε από τους Αθηναίους στην Μάχη του Μαραθώνα. Στις εκστρατείες που πραγματοποιούσε ο Δαρείος, είχε στην διάθεση του και υποτελείς από τους λαούς που είχε υποτάξει. Μεταξύ αυτών ήταν και Έλληνες από τις κατακτημένες ελληνικές Πόλεις-Κράτη της Μικράς Ασίας. Ένας από εκείνους ήταν ο Σκύλακας από την πόλη της Καρυάνδας η οποία βρισκόταν στην Χερσόνησο της Αλικαρνασσού.

Πριν από κάθε εκστρατεία, ο Δαρείος συνήθιζε να στέλνει εξερευνητικές αποστολές προς τις περιοχές που σκόπευε να κατακτήσει, με σκοπό να συλλέξει πολύτιμες πληροφορίες που θα τον βοηθούσαν στον σχεδιασμό της επικείμενης εισβολής του. Μία από τις αποστολές εκείνες ήταν η εξερεύνηση του Ινδού Ποταμού και η ανακάλυψη των εκβολών του την οποία ανέθεσε στον Σκύλακα. Ο Σκύλακας άρχισε την εξερεύνηση του από την πόλη της Κασπάτηρου η οποία βρισκόταν κοντά στον Ινδό Ποταμό, κάπου στα σημερινά σύνορα του Πακιστάν με το Αφγανιστάν. Με έναν στολίσκο, διέπλευσε τον Ινδό Ποταμό μέχρι που ανακάλυψε τις εκβολές του. Από εκεί, συνέχισε προς την Αραβική Θάλασσα περιπλέοντας τις ακτές του σημερινού Πακιστάν του Ιράν, τις νότιες ακτές της Αραβικής Χερσονήσου, πέρασε στην Ερυθρά Θάλασσα την οποία διέσχισε, φτάνοντας μέχρι το σημείο από το οποίο – όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος – ξεκίνησαν οι Φοίνικες του Αιγύπτιου Φαραώ Νέχώ του Δευτέρου για να περιπλεύσουν την Αφρική. Αν λάβουμε υπόψη το σημείο που βρίσκεται η πόλη Σαΐς από την οποία κυβερνούσε ο Νεχώ όπως και όλοι οι Φαραώ της Εικοστής έκτης δυναστείας, το σημείο που βρίσκονται οι κοντινότερες ακτές είναι στην περιοχή του Σουέζ.

Ο Σκύλακας, κατέγραψε λεπτομερώς τα μέρη που εξερεύνησε, τους ανθρώπους τους, τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και διάφορες άλλες πληροφορίες. Από το πολύτιμο αυτό όμως σύγγραμμα, διασώθηκαν μόλις ελάχιστες αναφορές από μεταγενέστερους συγγραφείς όπως εκείνες του Ηροδότου και μετέπειτα του Στράβωνα. Δύο αιώνες μετά το ταξίδι του Σκύλακα, τον 4ο αιώνα π.Χ., εμφανίζεται ένα σύγγραμμα το οποίο φέρει τον τίτλο «Περίπλους της θαλάσσης της οικουμένης Ευρώπης και Ασίας και Λιβύης (όπως ονομαζόταν τότε η Αφρική)» το οποίο έχει υπογράψει κάποιος ως Σκύλακας ο Καρυανδεύς. Το σύγγραμμα αυτό, εκτός του ότι περιγράφει περιοχές στις οποίες δεν είχε ταξιδέψει ο Σκύλακας, πολλές λεπτομέρειες των κειμένων του μαρτυρούν πως οι περιγραφές αυτές είναι μεταγενέστερες από την εποχή του Σκύλακα. Αν το όνομα του συγγραφέα δεν είναι μια εξαιρετική περίπτωση συνωνυμίας, ο πραγματικός συγγραφέας πιθανότατα να είχε αντιγράψει το σύγγραμμα του Σκύλακα και να το εμπλούτισε με πληροφορίες από άλλες πηγές, υπογράφοντας με το όνομα του Σκύλακα, ίσως για να δώσει περισσότερο κύρος στο έργο του.  Το σύγγραμμα αυτό το οποίο έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως ο Περίπλους του Ψευδο-Σκύλακα, διασώζεται μέσα από ένα αντίγραφο του 13ου αιώνα που σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

Από τον Σκύλακα εισήχθη για πρώτη φορά στον Δυτικό Κόσμο η σημερινή ονομασία του Ινδού Ποταμού. Η ονομασία αυτή προέρχεται από την σανσκριτική λέξη “Σιντού” η οποία σημαίνει “μεγάλος όγκος ύδατος”. Οι Πέρσες, υιοθετώντας την ονομασία αυτή, την προσάρμοσαν στην γλώσσα τους ως “Χιντού”. Από τους Πέρσες πέρασε στους Αρχαίους Έλληνες ως “Ινδός” από τους οποίους στην συνέχεια πέρασε στους Ρωμαίους ως “Indus”. Εκείνοι που προσδιόρισαν πρώτοι το σύνολο των φυλών που ζούσαν στις όχθες του ποταμού ως “Ινδούς” καθώς και την ευρύτερη περιοχή ως “Ινδία”, ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τότε και μέχρι την εποχή των ανακαλύψεων, ως Ινδία ορίζονταν ολόκληρο το ανατολικό τμήμα της Ασίας, από τον Ινδό ποταμό μέχρι και την άγνωστη ακόμα τότε Άπω Ανατολή και όχι η σημερινή χώρα της Ινδίας η οποία προέκυψε και υιοθετώντας και καθιερώνοντας αυτή την ονομασία πολύ αργότερα κατά την Βρετανική Αποικιοκρατία. Αυτός είναι και ο λόγος που όταν ο Κολόμβος έφτασε στην Αμερική, πιστεύοντας πως είχε φτάσει στην ανατολική Ασία, ανέφερε τους ιθαγενείς ως Ινδούς (Indios) ένας όρος που στα ελληνικά αποδίδεται ως “Ινδιάνοι” για να διαχωρίζονται οι ιθαγενείς της Αμερικής από τους πραγματικούς Ινδούς, κάτι που δεν συμβαίνει στις γλώσσες των άλλοτε αποικιοκρατικών χωρών οι οποίες χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο και στις δύο περιπτώσεις.

 

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: