Οι Ρωμαίοι στην Αφρική

Τον 8ο αιώνα π.Χ. (κατά την παράδοση το 753 π.Χ.), σε ένα σημείο της ανατολικής όχθης του Ποταμού Τίβερη στην κεντρική Ιταλία, ιδρύθηκε μια πόλη η οποία στην συνέχεια θα συμβάλει καθοριστικά στην διαμόρφωση του Δυτικού Πολιτισμού. Αυτή ήταν η Ρώμη. Η Ρώμη, ιδρύθηκε αρχικά ως ένα Βασίλειο που εκτεινόταν στην ευρύτερη περιοχή του Λατίου το οποίο από το 509 π.Χ. καθιέρωσε ως πολίτευμα την Δημοκρατία. Η Ρωμαϊκή Δημοκρατία, άρχισε σταδιακά να επεκτείνεται στην Ιταλική Χερσόνησο και να την καταλαμβάνει ολόκληρη το 272 π.Χ. μετά και από την επικράτηση της κατά της μοναδικής μοναδικής ελληνικής αποικίας που είχε απομείνει στην Μεγάλη Ελλάδα, του Τάραντα. Η επικράτηση των Ρωμαίων στους Καρχηδονιακούς Πόλεμους που ακολούθησαν από το 264 μέχρι το 146 π.Χ. καταλύοντας το Βασιλείο της Καρχηδόνας, τους έφερε για πρώτη φορά στην Αφρικανική ήπειρο. Μέχρι τότε, η Ρωμαϊκή Δημοκρατία είχε κατακτήσει το νότιο τμήμα της Ιβηρικής Χερσονήσου, την Σικελία, την Σαρδηνία, την Κορσική, τις δυτικές ακτές της Βαλκανικής Χερσονήσου την ηπειρωτική Ελλάδα και το σημερινό τμήμα της Τυνησίας, έχοντας γίνει πλέον η ισχυρότερη δύναμη στον τότε γνωστό Κόσμο. 

  Το 27 π.Χ. η Ρωμαϊκή Δημοκρατία μετατρέπεται σε Αυτοκρατορία με πρώτο Αυτοκράτορα τον Οκταβιανό Αύγουστο. Οι Ρωμαίοι είχαν ήδη μετατρέψει την Μεσόγειο Θάλασσα σε “Mare Nostrum” (“Δική μας Θάλασσα”) όπως οι ίδιοι την αποκαλούσαν καθώς είχαν κατακτήσει όλες τις χώρες που την περιέβαλαν. Το νότιο φυσικό όριο της Αυτοκρατορίας είχε γίνει πλέον η Έρημος Σαχάρα και το νοτιότερο άκρο της έφτανε μέχρι την περιοχή της Νουβίας (σημερινή Νότια Αίγυπτος με Βόρειο Σουδάν) έχοντας υπό τον έλεγχο της και το εμπόριο τόσο στον Νείλο όσο και στις δυτικές ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Ο χρυσός που έφτανε με τα καραβάνια από τις άγνωστες χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής, παρακίνησαν τους Ρωμαίους να πραγματοποιήσουν εξερευνητικές αποστολές νοτιότερα της αυτοκρατορίας. Η πρώτη εξερευνητική αποστολή των Ρωμαίων στην Αφρική, καταγράφεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο το 19 π.Χ. υπό τις εντολές του Λούκιου Κορνήλιου Βάλβου. Ο Βάλβος, είχε ξεκινήσει από τις ακτές της σημερινής Λιβύης με δέκα χιλιάδες λεγεωνάριους για να κατακτήσει την περιοχή της Φεζάν (σημερινή περιοχή της νοτιοδυτικής Λιβύης). Αφού έφτασε στην Φεζάν, έστειλε μια μικρή ομάδα από τους λεγεωνάριους του να διασχίσουν την Έρημο Σαχάρα και να εξερευνήσουν τι υπάρχει πέρα από αυτήν. Οι λεγεωνάριοι έφτασαν μέχρι το Μάλι όπου ανακάλυψαν τον Ποταμό Νίγηρα. Έπειτα, ακολούθησαν και άλλες αποστολές προς την ενδοχώρα της Αφρικής. Μέχρι τον πρώτο αιώνα μ.Χ. οι Ρωμαίοι εξερευνητές είχαν φτάσει μέχρι τις βόρειες περιοχές της Υποσαχάριας Αφρικής. Οι αφιλόξενες ζούγκλες, οι άγριες φυλές και οι κλιματικές συνθήκες, πιθανότατα τους απέτρεψαν να τολμήσουν εξερευνήσεις σε νοτιότερες περιοχές, έτσι ώστε οι περιοχές που βρίσκονται νοτιότερα από το Κέρας της Αφρικής να μείνουν ανεξερεύνητες μέχρι την Εποχή τον Ανακαλύψεων. 

  Δυο χρόνια μετά την ανακήρυξη του ως Αυτοκράτορας της Ρώμης, ο Οκταβιανός Αύγουστος θέτει στην υποτέλεια του το Βασίλειο της Μαυριτανίας και ορίζει ως Βασιλιά της περιοχής, τον υποτακτικό του Ιόβα τον Δεύτερο. Το Βασίλειο της Μαυριτανίας, τότε, βρισκόταν στην βόρεια περιοχή του σημερινού Μαρόκου. Ο Ιόβας ο Δεύτερος ήταν γιος του Βασιλιά της Νουμιδίας, Ιόβα του Πρώτου. Η Νουμιδία ήταν ένα Βασίλειο το οποίο εκτεινόταν στην βόρεια περιοχή της σημερινής Αλγερίας. Ο Ιόβας ο Πρώτος, είχε συμμαχήσει στον Ρωμαϊκό Εμφύλιο κατά του Ιουλίου Καίσαρα. Ο Ιούλιος Καίσαρας όμως  επικράτησε στην Μάχη της Θάψου το 46 π.Χ. κάτι που οδήγησε τον Ιόβα τον Πρώτο στην αυτοκτονία. Ο Ιόβας ο Δεύτερος ο οποίος τότε ήταν ακόμη βρέφος, μεταφέρθηκε στην Ρώμη, εκρωμαΐστιηκε, απέκτησε σπουδαία μόρφωση και ακολούθησε τον Οκταβιανό στις εκστρατείες του. Το 25 π.Χ., ορίστηκε από τον Οκταβιανό ως Βασιλιάς της Μαυριτανίας, παραμένοντας σε αυτό το αξίωμα μέχρι το τέλος της ζωής του, το 23 μ.Χ. Η Μαυριτανία ήταν μια από τις σημαντικές κτίσεις της Ρώμης. Πέρα από την έντονη εμπορική της δραστηριότητα, με την υποταγή της, οι Ρωμαίοι πλέον έλεγχαν εξολοκλήρου την δυτική είσοδο της Μεσογείου και είχαν ανοιχτό τον δρόμο για την εξερεύνηση των κοντινών Αφρικανικών ακτών του Ατλαντικού. Ο Ιόβας, αναβίωσε την παραγωγή πορφυρής βαφής από όστρακα στο παράκτιο νησί Μογκαντόρ το οποίο βρίσκεται στην σημερινή πόλη του Μαρόκου, Εσαουίρα. Την τεχνική της πορφυρής βαφής, την είχαν ήδη αναπτύξει στην περιοχή οι Φοίνικες, αιώνες πριν. Στις αρχές του πρώτου αιώνα μ.Χ. ο Ιόβας έστειλε από το Μογκαντόρ μια εξερευνητική αποστολή από Μαυριτανούς προς τον ωκεανό. Οι Μαυριτανοί, έφτασαν στα Κανάρια Νησιά. Αν και τα βρήκαν ακατοίκητα, παρατήρησαν πως στην περιοχή υπήρχαν ερείπια από κτίσματα και πολλά σκυλιά, κάτι που σαφέστατα υποδήλωνε προηγούμενη ανθρώπινη παρουσία. Η παρουσία των σκύλων, έγινε η αφορμή ώστε τα νησιά να αποκτήσουν το σημερινό τους όνομα “Canariae Insulae” (“Νησιά των Σκύλων” στα λατινικά) από την λατινική λέξη “canis” που σημαίνει “σκύλος”.

  Οι Ρωμαίοι, πριν στείλουν την πρώτη εξερευνητική αποστολή προς τα Κανάρια Νησιά, πιθανότατα να γνώριζαν την ύπαρξη τους από πηγές οι οποίες σήμερα δεν σώζονται, ενδεχομένως και από τους αυτόχθονες της περιοχής που σε κάποια αλιευτική τους δραστηριότητα να τα είχαν εντοπίσει καθώς η απόσταση των νησιών δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη από τις ηπειρωτικές ακτές της Αφρικής. Πολλές γεωγραφικές γνώσεις για την περιοχή, έφτασαν στην Ρώμη από τα ευρήματα των Ρωμαίων κατά τις κατακτήσεις τους στην Καρχηδόνα της οποίας τα πλοία ήδη ταξίδευαν προς τις ακτές του Ατλαντικού αλλά και από τα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων γεωγράφων και εξερευνητών. Βάση αυτών των δεδομένων, Η ανακάλυψη των Καναρίων, είχε να κάνει περισσότερο με την επιβεβαίωση της ύπαρξης των νησιών και την ακριβή τοποθεσία τους παρά με ένα ταξίδι προς το άγνωστο κατά την διάρκεια του οποίου έτυχε να ανακαλυφθούν. Οι γεωγραφικές πληροφορίες που είχαν συγκεντρώσει οι Ρωμαίοι, έφταναν και νοτιότερα των Καναρίων. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, στο μοναδικό σωζόμενο σύγγραμμα του “Φυσική Ιστορία” συμπεριλαμβάνει μια αναφορά ενός αρχαίου Έλληνα γεωγράφου του 2ου αιώνα π.Χ. του Ξενοφώντος του Λαμψακηνού. Ο Ξενοφών είχε αναφέρει την ύπαρξη των Γοργάδων Νήσων τα οποία βρίσκονται δύο μέρες μακριά από το Κέρας της Εσπέρου. Το Κέρας της Εσπέρου, είναι το δυτικότερο άκρο της Αφρικής το οποίο σήμερα ονομάζεται Πράσινο Ακρωτήριο (Cap Vert) ενώ οι Γοργάδες Νήσοι, πιθανότατα να είναι τα ανατολικά νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου (Κάβο Βέρντε) καθώς η θαλάσσια απόσταση που χωρίζει το ακρωτήριο από τα νησιά, είναι τόση η οποία θα μπορούσε να καλυφθεί σε δύο μέρες από τα πλοία της εποχής.

Τα Κανάρια Νησιά δεν κατοικήθηκαν ποτέ από τους Ρωμαίους αφού εκτός από την απομακρυσμένη θέση τους και το άγονο έδαφος τους, δεν παρουσίαζαν κάποιο ιδιαίτερο εμπορικό ή στρατηγικό ενδιαφέρον.  Στην ουσία, πιθανότατα να μην έφτασαν ποτέ μέχρι εκεί αφού το εξερευνητικό ταξίδι που έγινε κατ’ εντολή του Ιόβα, πραγματοποιήθηκε από Μαυριτανούς ναυτικούς οι οποίοι ήταν εξοικειωμένοι στην ανοιχτή θάλασσα του Ατλαντικού σε αντίθεση με τους Ρωμαίους. Παρόλα αυτά όμως, οι Ρωμαίοι γεωγράφοι, μαζί με όσες γεωγραφικές πληροφορίες είχαν συγκεντρώσει για την περιοχή, τα εισήγαγαν στην συλλογική γνώση διαμορφώνοντας έτσι την παγκόσμια γεωγραφία της εποχής και τα όρια του Παλαιού Κόσμου για τους επόμενους δεκατέσσερις αιώνες. Από τους Ρωμαίους καθιερώθηκε η σημερινή ονομασία της Αφρικανικής ηπείρου η οποία μέχρι τότε ήταν γνωστή με την ονομασία Λιβύη. Στην γλώσσα τους, οι Ρωμαίοι, αρχικά χρησιμοποιούσαν ως επίθετο την λέξη “άφερ” για εκείνον που ζούσε στην περιοχή της σημερινής Τυνησίας (“afer” στον ενικό, “afri” στον πληθυντικό) όπου ήταν και το πρώτο μέρος της Αφρικής που είχαν κατακτήσει μετά την επικράτηση τους κατά των Καρχηδόνιων. Σύντομα, το επίθετο αυτό καθιερώθηκε για όλους τους αυτόχθονες των περιοχών νότια της Μεσογείου Θάλασσας ως Αφρίκους (Africus) ώστε να προκύψει στην συνέχεια η ονομασία Africa (Αφρική). Για την προέλευση της λέξης “άφερ” υπάρχουν μόνο θεωρίες με πιο αποδεκτή εκείνη που θέλει την λέξη αυτή να προέρχεται από την φοινικική λέξη “αφάρ” η οποία σημαίνει “σκόνη” παραπέμποντας πιθανότατα στην σκόνη της Ερήμου Σαχάρα. 

Ο Κόσμος κατά τους Ρωμαίους όπως τον περιέγραψε ο Ρωμαίος γεωγράφος Πομπόνιος Μέλα το 43 μ.Χ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: